Stéphanie Bertrand: Το μουσείο σε ψηφιακή τροχιά

Η Καναδή επιμελήτρια, που ζει στη Θεσσαλονίκη από το 2008 με την οικογένειά της και είναι Marie SklodowskaCurie Global Postdoctoral Fellow στο Milieux Institute for Arts, Culture & Technology του Πανεπιστημίου Concordia στο Μόντρεαλ και στο ICSFORTH στο Ηράκλειο, μας μιλά για την έρευνά της και τη ζωή στη χώρα μας.

 

Κυρία Bertrand, εν μέσω πανδημίας, η μεταδιδακτορική έρευνά σας αφορά θέματα χρησιμότητας και χρήσης ως προς τα εικονικά μουσεία σύγχρονης τέχνης. Τελικά, η ψηφιακή εμπειρία αποτελεί το επόμενο «φυσικό βήμα» για την ανάπτυξη των μουσείων;

Τα εικονικά μουσεία και οι εφαρμογές ψηφιακής πολιτιστικής κληρονομιάς κέρδισαν την προσοχή λόγω των τωρινών περιορισμών. Ήδη, όμως, από τη δεκαετία του 1960, ιδρύματα ψηφιοποιούν αποκτήματά τους, σχεδιάζοντας καινοτόμο λογισμικό διαχείρισης των συλλογών τους σε πρώτες κεντρικές μονάδες επεξεργασίας. Σήμερα, οι θεσμοί της τέχνης χρησιμοποιούν τεχνολογίες με τυπικούς τρόπους (προσομοιώσεις αιθουσών έκθεσης ή ψηφιακές βάσεις δεδομένων), με το διαδικτυακό υλικό τους να υπόκειται στις συμβάσεις της εκάστοτε πλατφόρμας (π.χ. το εξισωτικό τετράγωνο πλαίσιο του Instagram). Πρακτικοί λόγοι –έλλειψη πόρων ή εξειδικευμένου προσωπικού– και ιδεολογικοί –καπιταλιστική παρακολούθηση, μαζική υπερπροβολή– δημιουργούν επιφυλάξεις για τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Η συνθήκη της πανδημίας ελπίζω να γέννησε νέο ενδιαφέρον για καινοτόμα επιμελητικά και θεσμικά μοντέλα, γιατί πλέον η κουλτούρα θα διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από τις τεχνολογικές εταιρείες παρά από τα καλλιτεχνικά ιδρύματα.

 

Τι σας οδήγησε σε αυτήν την έρευνα;

Το 2018, δουλεύοντας για τη δημιουργία μίας ευρωπαϊκής στρατηγικής για τα εικονικά μουσεία και την ψηφιακή πολιτιστική κληρονομιά, αντιλήφθηκα την επιτακτική ανάγκη ανάπτυξης επιμελητικών στρατηγικών για την ψηφιοποίηση σύγχρονων έργων τέχνης, καθώς το κοινό συναντά αυξανόμενα τέχνη διαδικτυακά. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι σημαντικές εφαρμογές για ψηφιακή επιμέλεια μπορούν να αναπτυχθούν χάρη στις απεριόριστες δυνατότητες του διαδικτυακού περιβάλλοντος σε αντίθεση με τους περιορισμούς της υλικής εργασίας. Επομένως, η ενασχόληση με το θέμα ήταν το επόμενο λογικό βήμα.

 

Ποια είναι τα οφέλη αυτής της εξέλιξης για τους θεσμούς σύγχρονης τέχνης και για το κοινό;

Ένα αυθεντικά ψηφιακό, διαδικτυακό «ισοδύναμο» των σύγχρονων ομαδικών εκθέσεων, διαφορετικό από την αντίστοιχη φυσική εμπειρία, ουσιαστικό και ελκυστικό στο κοινό, θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μίας πλατφόρμας, στην οποία θεσμοί και καλλιτέχνες θα ανεβάζουν ψηφιοποιήσεις των έργων τους, παρέχοντας ένα εναλλακτικό κανάλι διάδοσης στο τρέχον καλλιτεχνικό δίκτυο, με πολλαπλή δυναμική. Παράλληλα, μέσω του πληθοπορισμού, οι χρήστες θα γνωρίζουν τα έργα και θα μαθαίνουν διαφορετικά μοτίβα θέασης και προσοχής.

 

Εντούτοις, στην ψηφιακή εμπειρία χάνονται η φυσική εμπλοκή και η διάδραση με την τέχνη.

Η ψηφιακή εμπειρία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη διά ζώσης ως προς αυτές τις παραμέτρους. Πάραυτα, ζούμε ήδη σε έναν μετα-ψηφιακό κόσμο. Ασχολούμαι με το πώς οι ψηφιακές τεχνολογίες μετατρέπουν τα έργα τέχνης σε δικτυωμένα αντικείμενα ή εικόνες σε πολλαπλά διαδικτυακά περιβάλλοντα, ενισχύοντας την επικοινωνία και υποστηρίζοντας αντικρουόμενες σημασίες και ενδιαφέροντα. Αυτή η μετατροπή επηρεάζει τον ερμηνευτικό ρόλο του μουσείου και την παραδοσιακή ικανότητά του να διαφυλάσσει νοήματα και αξίες για την κοινωνία, που είναι το πιο σημαντικό στη σημερινή εποχή της μετα-αλήθειας.

 

Το βιβλίο σας «Contemporary Curating, Artistic Reference and Public Reception. Reconsidering Inclusion, Transparency and Mediation in Exhibition Making Practice» (Routledge) αναμένεται τον Αύγουστο. Τι πραγματεύεστε σε αυτό;

Με βάση αρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας, διερευνώ πώς επικρατούσες εκθεσιακές και επιμελητικές προσεγγίσεις προσδιορίζουν συγκεκριμένα το νόημα των έργων, ώστε να αποκτά μία διαφορετική σημασία, σε αναφορά π.χ. με το επιμελητικό θέμα ή μία συγκεκριμένη ιδέα της τέχνης, επηρεάζοντας την υποδοχή από το κοινό. Προτείνεται μία επιμελητική προσέγγιση ικανή να διασφαλίζει το νόημα των έργων, βασισμένη στην παρατήρηση υπαρχουσών πρακτικών που έχουν λανθασμένη «ετικέτα» στην επιμελητική συζήτηση.

 

Με διδακτορικό στη Μουσειολογία από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, συνεχίζετε την έρευνα σε ένα καναδικό και σε ένα ελληνικό ίδρυμα. Παράλληλα, έχετε επιμεληθεί εκθέσεις στην Ελλάδα. Τι πιστεύετε για το ακαδημαϊκό και το εικαστικό περιβάλλον εδώ;

Το ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον ευνοεί την αυτόνομη εργασία, γεγονός που μου έδωσε το περιθώριο να κινηθώ πέρα από ένα δεδομένο θέμα ή άποψη και να εξετάσω μία ανορθόδοξη σειρά επιχειρηματολογίας. Στη μεταδιδακτορική έρευνα συνεργάζομαι με καθηγητές και ερευνητές του ICS-FORTH, με σκοπό τη μεταφορά γνώσης και την απόκτηση δεξιοτήτων.

Στην Ελλάδα υπάρχουν αξιόλογοι χώροι και επιμελητές. Το State of Concept στην Αθήνα και το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, με διευθύντρια τη Μαρία Τσαντσάνογλου, έρχονται αμέσως στο μυαλό μου. Περίπτωση μελέτης στο βιβλίο μου και μία από τις καλύτερες εκθέσεις που έχω δει είναι η 5η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης, που διοργανώθηκε από την Κατερίνα Γρέγου. Γενικότερα, όμως, η έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης για τη σύγχρονη τέχνη, ο βαθιά ριζωμένος νεποτισμός και οι πολιτικές τοποθετήσεις συμβάλλουν στην ανεπάρκεια οράματος. Αντί για την ενθάρρυνση της τοπικής κοινότητας, έχω βιώσει ανθυγιεινό ανταγωνισμό για τους λιγοστούς πόρους και την καταξίωση, δισταγμό μοιράσματος ιδεών και υποστήριξης.

 

Ζείτε και εργάζεστε μεταξύ Μόντρεαλ και Θεσσαλονίκης. Πώς βλέπετε τη ζωή στην Ελλάδα;

Εκτιμώ την κουλτούρα και τη νοοτροπία στην Ελλάδα, στοιχεία όμως που την ίδια στιγμή μπορεί να αποδειχθούν και η δυσκολότερη πρόκληση. Σε σύγκριση με ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές πόλεις, το κόστος ζωής εδώ παραμένει σχετικά προσιτό, ενώ υπηρεσίες και καλλιτεχνικοί θεσμοί βρίσκονται σε κοντινή απόσταση (τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη). Το σημαντικότερο, η ποιότητα ζωής –κλίμα, φρέσκο φαγητό, θάλασσα– είναι καταπληκτική. Είναι ο λόγος που θα συνιστούσα σε έναν ξένο επαγγελματία της τέχνης να παραμείνει περισσότερο στη χώρα.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο τεύχος #1 της The Art Newspaper Greece (Ιούνιος – Ιούλιος 2021) στο πλαίσιο του αφιερώματος «Αθήνα: Αστικό πεδίο και πολιτιστικοί νομάδες».

TAGS