Cecilia Alemani Φωτογραφία: Andrea Avezzù Παραχώρηση: La Biennale di Venezia

Cecilia Alemani: «Οι αλλαγές μάς εξελίσσουν και μας κρατούν ζωντανούς»

Η επιμελήτρια της 59ης Μπιενάλε της Βενετίας Cecilia Alemani μιλά για τη μετα-ανθρώπινη συνθήκη και την επιστροφή του βιώματος της «σαγήνης» για τον κόσμο μας.

Ο μετασχηματισμός, η μεταμόρφωση και ο επαναπροσδιορισμός του ανθρώπινου αποτελούν τις κινητήριες ιδέες της 59ης Μπιενάλε της Βενετίας, αντανακλώντας ανάγκες και προσδοκίες μίας κρίσιμης ιστορικής στιγμής, κατά την οποία επιζητείται όλο και πιο έντονα η θεμελιώδης αλλαγή θεώρησης του κόσμου. Η έκθεση θέτει το ερώτημα ορισμού της μετα-ανθρώπινης συνθήκης, αμφισβητώντας τις βεβαιότητες του θεωρούμενου παγκόσμιου δυτικού οράματος, που έχει θέσει τον άνθρωπο ως κυρίαρχο κέντρο του σύμπαντος. Με την απόρριψη αυτού του κέντρου, προτείνει τον αναστοχασμό ως προς τις σχέσεις συνύπαρξης των ανθρώπων μεταξύ τους, καθώς και με τα υπόλοιπα έμβια όντα, με τον πλανήτη, τη φύση και τις τεχνολογίες που επεκτείνουν τον κόσμο μας.

Η επιμελήτρια της Μπιενάλε Cecilia Alemani τιτλοφορεί την έκθεση The Milk of Dreams (Το γάλα των ονείρων), θέτοντας ως μοχλό έμπνευσης και εκκίνησης το ομότιτλο βιβλίο της σουρεαλίστριας Leonora Carrington. Ένα ανάγνωσμα αισιοδοξίας, που αναφέρεται στη «μαγική» μεταμόρφωση, την αλλαγή του κυρίαρχου κανόνα, την απόδραση από τη δυστοπία, σε έναν κόσμο μέσα στον οποίο η ζωή μπορεί διαρκώς να επαναεπινοείται.

Στην Μπιενάλε, οι καλλιτέχνες αναζητούν με τη σειρά τους αυτές τις προοπτικές, με τις ιδέες των έργων τους να διανοίγονται μέσα από τρεις κύριους θεματικούς άξονες: την αναπαράσταση των σωμάτων και τη μεταμόρφωσή τους· τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία· τη σύνδεση μεταξύ των σωμάτων και της Γης. Σκοπός τους, όπως και της Cecilia Alemani, είναι να τονίσουν ότι η μετα-ανθρώπινη συνθήκη δεν πρέπει να προσεγγίζεται ως ουτοπικό όνειρο, αλλά ως εφικτός σκοπός. Στον πυρήνα της, δε, δεν βρίσκεται η αιχμή του ψηφιακού κόσμου που προκαλεί με αλματώδη βήματα μπροστά· περισσότερο περικλείεται μία αίσθηση «σαγήνης», επιστροφής στην εμπειρία της πρωτογενούς δύναμης της φύσης, ως μέτρο αποδοχής, συνύπαρξης και αλληλεξάρτησης όλων των όντων.

 

 Γιατί επιλέξατε να θέσετε ως σημείο αναφοράς για τη θεματική της Μπιενάλε το βιβλίο της Leonora Carrington, The Milk of Dreams; Ποιες ομοιότητες βρίσκεται στις ιδέες αυτού του αναγνώσματος στις αρχές του 20ού αιώνα με αυτές της ζωής μας στις αρχές του 21ου;

Η Leonora Carrington θα μπορούσε να είναι μία κεντρική μορφή του 21ου αιώνα. Την επέλεξα όχι μόνο για το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά για το σύνολο της συγγραφικής και εικαστικής δουλειάς της, καθώς τιμά έναν κόσμο ελευθερίας, στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να αλλάζουν και να μεταμορφώνονται με έναν μη ιεραρχικό και μη επικριτικό τρόπο. Είναι ένα εξαιρετικά δυνατό μήνυμα, ειδικά αν σκεφτούμε ότι η ίδια δημιούργησε εν μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη ναζιστική περίοδο. Με ενδιαφέρει να κοιτάξω τη ζωή μίας γυναίκας που στάθηκε ενάντια στους περιορισμούς, αντιπροσωπεύοντας την ανεξαρτησία του πνεύματος και την κατάλυση των διακρίσεων των φύλων, ζητήματα που είναι τόσο καίρια και σήμερα.

 

Ένας από τους κύριους άξονες αυτής της Μπιενάλε είναι το φαντασιακό ταξίδι μέσα από τη μεταμόρφωση του σώματος. Ιστορικά, το σώμα έχει αποτελέσει ιδιαίτερα δημιουργικό όχημα στην καλλιτεχνική έκφραση. Ποιες ιδέες προβάλλουν οι σύγχρονοι καλλιτέχνες στην έκθεση ως προς την αναπαράσταση του σώματος, τη μεταμόρφωσή του, την πολιτική της ταυτότητας;

 Υπάρχουν πολλές διαφορετικές «είσοδοι» ως προς την αναφορά στο σώμα. Πρώτα από όλα, η έκθεση περιλαμβάνει πολλή αναπαράσταση, είτε σχετικά με το θέμα του παραμορφωμένου, του ακρωτηριασμένου, του διευρυμένου σώματος, είτε με έργα που στέκονται κριτικά απέναντι στις ιδέες των κλασικών κανόνων ζωγραφικής μεγάλων εποχών, όπως π.χ. της Αναγέννησης. Με ενδιαφέρουν ακόμα καλλιτέχνες που σκέφτονται το σώμα μέσα από την αφαίρεση και την τεχνολογία, όπως η Charline von Heyl ή η Jacqueline Humphries, που επεξεργάζονται την ιδέα της σκέψης μέσω της οθόνης. Η οθόνη προβάλλεται ως ψηφιακό μέσο που στη σύγχρονη συνθήκη –και ειδικά της πανδημίας– μετέφερε την εικόνα του σώματος, αλλά και ως διαχωριστικό ή προστατευτικό είδος, όπως στην ιδέα της μεμβράνης ή του δέρματος. Υπάρχει ακόμα η ιστορική παρουσίαση μίας ομάδας Ιταλίδων καλλιτεχνών της δεκαετίας του 1960, κοντά στην Arte Programmata, με απολύτως αφηρημένη τέχνη, δίχως όμως να ξεχνούν το θέμα του σώματος και τη σχέση που αναπτύσσεται με τα κινητικά αντικείμενα που δημιουργούν.

 

Το μαγικό και ο κόσμος των ονείρων μοιάζουν με «δωμάτιο διαφυγής» στην τέχνη. Σήμερα, μαγικός φαντάζει ο κόσμος της τεχνολογίας, προσφέροντας πολλαπλές δυνατότητες, αλλά προκαλώντας και αίσθηση ανασφάλειας στον άνθρωπο. Ποια από τις δύο πλευρές της σχέσης μας με την τεχνολογία, την οπτιμιστική ή τη δυστοπική, θα δούμε περισσότερο στην έκθεση;

Όντως πρόκειται για δύο όψεις ενός νομίσματος και αυτή η αντικρουόμενη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας παρουσιάζεται καταλήγοντας με αισιόδοξο πρόσημο. Πρέπει να σημειωθεί ότι, παρότι στην πανδημία διανύσαμε μία περίοδο επικοινωνίας κυρίως μέσω της τεχνολογίας και η ιδέα του ψηφιακού κόσμου είναι τόσο σημαντική, η έκθεση είναι πολύ υλική και ενσώματη, με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τις εγκαταστάσεις να υπερτερούν των ψηφιακών μέσων. Με ενδιαφέρουν τα πράγματα που εγείρουν τις αισθήσεις και όχι η έμφαση στην ψηφιακή διάσταση της ύπαρξής μας. Το μετα-ανθρώπινο που σχετίζεται με την ενίσχυση ή την τελειοποίηση του σώματος μέσω της μηχανής, προβάλλοντας την ιδέα του cyborg, εκφράστηκε κυρίως κατά τη δεκαετία του 1990. Σήμερα θα ονομαζόταν υπερ-ανθρώπινο και βρίσκεται στην έκθεση ως ιστορική αναφορά. Την ίδια στιγμή, η σκέψη για το μετα-ανθρώπινο έχει εξελιχθεί πέρα από τη σωματικότητα αυτού του είδους και αφορά μία πιο διευρυμένη αντίληψη της σχέσης μας με την τεχνολογία και τη φύση.

 

Ακόμα ένας άξονας της έκθεσης είναι η σύνδεση του ανθρώπου με τη φύση. Έχετε αναφέρει ότι θα συναντήσουμε στην έκθεση μία αίσθηση «σαγήνης», μαζί με τις ιδέες της συμβίωσης και της αδελφότητας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον φυσικό κόσμο.

Αυτή η αίσθηση πηγάζει από τα έργα και τις πρακτικές των καλλιτεχνών, οι οποίοι όταν μιλούν για τη σχέση μας με τον πλανήτη και τα έμβια όντα, ή ακόμα και για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, δεν χρησιμοποιούν τόσο τη γλώσσα του ντοκιμαντέρ, αλλά υπογραμμίζουν αυτή την αναφερόμενη γοητεία. Παράλληλα, αντανακλά και τη θεώρησή μου για το μετα-ανθρώπινο, η οποία δηλώνει ότι χρειάζεται να φανταστούμε και να δημιουργήσουμε έναν κόσμο που ο άνθρωπος δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος ή το μέτρο των πραγμάτων, αλλά μπορεί να συμβιώνει και να συνεργάζεται χωρίς ιεραρχίες. Μπορεί να ακούγεται υπεραισιόδοξο, και σίγουρα με την έννοια της «σαγήνης» δεν εννοώ την καταφυγή στο ονειρικό, το υποσυνείδητο ή το σουρεαλιστικό. Πιστεύω αυτό που σημειώνει και η Silvia Federici στο κείμενό της στον κατάλογο της έκθεσης, η γοητεία αφορά κυριολεκτικά την εμπειρία τού να βλέπεις ένα λουλούδι να ανθίζει και η δύναμη της φύσης να σου προκαλεί την έκπληξη που έχουμε λησμονήσει. Αφορά την ιδέα αντίληψης του πλανήτη όχι ως εκμεταλλεύσιμου πόρου, αλλά ως ισότιμου συνεργάτη.

 

Σχεδόν το ένα πέμπτο της έκθεσης αφιερώνεται σε ιστορικούς και περισσότερο παραγνωρισμένους καλλιτέχνες, των οποίων το έργο οργανώνεται σε «χρονοκάψουλες», με σκοπό να έρθει στο φως. Με ποιον τρόπο το επιμελητικό σχήμα της κάψουλας τους μεταφέρει ενεργά στο παρόν αντί να τους κρατά απομονωμένους στο παρελθόν;

 Με το σχήμα της «χρονοκάψουλας» δεν σκοπεύω να δημιουργήσω μία «φούσκα», αλλά να διατηρήσω τη συνεκτική παρουσίαση αυτών των καλλιτεχνών. Επισκεπτόμενοι αυτά τα δωμάτια, οι θεατές θα γνωρίσουν τα κινήματα αυτά πριν συναντήσουν τα σύγχρονα έργα, ώστε να δημιουργήσουν δικές τους αφηγήσεις. Δεν μπορώ να προσεγγίσω με πληρότητα την ιστορική διάστασή τους, όμως επιζητώ τη θέαση από μία διαφορετική οπτική ώστε να προκύψουν νέες συνδέσεις, που προκαλούν έκπληξη ή αναστάτωση, πέρα από την «καθαρά» δυτική ιστορία της τέχνης. Είναι μία απόπειρα να αναδειχθούν εικαστικές γλώσσες από το παρελθόν, που έχουν αμεληθεί ή θεωρηθεί ελάσσονες, να επαναπροσδιοριστεί η θέση αυτών των καλλιτεχνών, σε σχέση με τους σύγχρονους. Δίχως να ισχυρίζομαι ότι οι παλαιότεροι αποτελούν κατ’ ανάγκη επιρροές των νεότερων, θέλω να τιμήσω και να ενεργοποιήσω τη φιλοπεριέργεια των τελευταίων, καθώς εκτιμώ την αδημονία για το καινούργιο, όμως δίχως τη λήθη του παρελθόντος.

 

Πρόκειται για την Μπιενάλε με τη μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών καλλιτεχνών. Έχετε ως στόχευση μία φεμινιστική έκθεση;

 Πάντα δουλεύω με πολλές γυναίκες καλλιτέχνιδες. Από την άλλη, το θέμα της έκθεσης οδήγησε στην κριτική της κεντρικής θέσης του άντρα στην ιστορία, και έτσι ήρθε φυσικά αυτή η επιλογή – δίχως να έχω αποκλείσει την πρόσκληση αντρών. Αν θέλουμε να είμαστε κυνικοί, στην ιστορία των 127 χρόνων της Μπιενάλε της Βενετίας, τα πρώτα 100 χρόνια οι γυναίκες εκπροσωπούνταν κατά 10%, ενώ τα τελευταία πρόσφατα κατά 30%, ποσοστό που δεν αντιπροσωπεύει τον κόσμο μας. Στην έκθεση παρουσιάζονται ενδιαφέρουσες φεμινιστικές πρακτικές, πάραυτα είμαι διστακτική στο να δώσω φεμινιστική έμφαση στο σύνολό της, καθώς συμμετέχουν καλλιτέχνιδες που πλέον δεν θέλουν να συγκρίνονται με τους άντρες, να βρίσκονται σε μία έκθεση επειδή είναι φεμινιστική ή να φέρουν αυτή την «ετικέτα». Εντέλει, ανεξάρτητα από την τοποθέτησή τους ως προς το φύλο, κύριο είναι ότι προσκάλεσα καλλιτέχνες που θεωρώ ότι είναι σημαντικοί τη δεδομένη στιγμή.

 

Ο πλουραλισμός των φωνών φαίνεται από τη συμμετοχή γυναικών και φυλοδιαφορετικών ατόμων, καλλιτεχνών διαφορετικών φυλών και καταγωγής. Παράλληλα, μεγάλος αριθμός δημιουργών λαμβάνει μέρος για πρώτη φορά στη διεθνή έκθεση. Τι είδους σχόλιο αποτελούν αυτές οι διαφοροποιήσεις για τον κυρίαρχο κανόνα και την ιεραρχία στον σύγχρονο κόσμο και την ιστορία της τέχνης;

 Ζούμε σε έναν κόσμο με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετικές ιστορίες τέχνης και οφείλουμε να τους αποδεχτούμε, πέρα από την κυρίαρχη φωνή. Μία έκθεση τέχνης μπορεί να προσφέρει τη γνώση της διαφορετικότητας, μέσα από τις ποικίλες οπτικές των καλλιτεχνών, τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο ανάλογα με τις εποχές του και την πολυπλοκότητά του.

Ελπίζω στις επόμενες Μπιενάλε –ανεξάρτητα από τις επιλογές των συμμετοχόντων– να μη συζητάμε ακόμα με όρους αντιπαράθεσης μεταξύ αντρών και γυναικών, το επίκεντρο να μην αφορά την έμφυλη ταυτότητα των καλλιτεχνών, αλλά το περιεχόμενο των έργων τους. Σήμερα πρέπει να σκεφτούμε το οικουμενικό, να γίνουμε μέρος της κοινωνίας που εξελίσσεται, αναγνωρίζοντας λάθη και βελτιώνοντας τον τρόπο που ζούμε μαζί.

 

Δουλεύοντας διεξοδικά αυτή την ιδέα για την Μπιενάλε, πώς προσδιορίζετε προσωπικά το μετα-ανθρώπινο;

Η πανδημία μάς έμαθε ότι ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο του κόσμου, όταν μία «αόρατη» δύναμη μπορεί να σταματά την καθημερινότητά μας για χρόνια, αμφισβητώντας την ανωτερότητά μας. Η αλλαγή και η μεταμόρφωση δεν αποτελούν προκλήσεις, αλλά ευκαιρίες για να κερδίσουμε κάτι καινούργιο. Προσωπικά θέλω να είμαι περίεργη και να μαθαίνω, να είμαι ανοικτή στη διαφορετικότητα, όχι μόνο ως προς τους ανθρώπους, αλλά και ως προς τα υπόλοιπα όντα. Χρειάζεται να ξεβολευτούμε και να αλλάξουμε τη θεώρησή μας για την ανθρωπότητα, τοποθετώντας τη σε αρμονική σχέση με νέα συστήματα και νέα περιβάλλοντα. Είναι μία πολυεπίπεδη εξέλιξη, όχι μόνο υπαρξιακή, αφορά μετατοπίσεις σε πολλά ζητήματα. Ένα παράδειγμα είναι και η συζήτηση στην Ιταλία που αφορά τη γλώσσα και την αναζήτηση τρόπων έκφρασης που να μην οριοθετούν μόνο το αρσενικό ή το θηλυκό, ή την κυριαρχία του αρσενικού φύλου. Ακόμη και τέτοιου είδους αλλαγές φαίνεται να φοβίζουν κάποιους, όμως οι αλλαγές μας εξελίσσουν και μας κρατούν ζωντανούς.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο τεύχος #6 της The Art Newspaper Greece (ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΜΑΙΟΣ 2022)

TAGS
Art For Tomorrow,16-20 June