William Cuffay and the London Chartists (από τη σειρά Hidden). Παραχώρηση: Red Saunders

O Red Saunders μιλάει για το τέλος της Αυτοκρατορίας

Μια συνομιλία με τον ιδρυτή του Rock Against Racism, με αφορμή το ντοκιμαντέρ White Riot, για τις κοινωνικές διεκδικήσεις τη δεκαετία του ’70 και τώρα

To καλοκαίρι που πέρασε ήταν ιδιαίτερα καυτό στην Αμερική και τη Βρετανία. Με αφορμή τη δολοφονία του George Floyd, αγανακτισμένοι μαύροι πολίτες ξεχύθηκαν στους δρόμους σε όλες τις μεγάλες πόλεις των δύο χωρών διαδηλώνοντας ενάντια στη «λευκή υπεροχή». Πέρα από τα αυτονόητα (δηλαδή την καταδίκη της αστυνομικής βίας και το αίτημα για ίσες ευκαιρίες και ισότιμη κοινωνική αντιμετώπιση), διεκδικούσαν τη ριζική αναθεώρηση της ιστορίας.

Χαιρετώντας τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών και το κοινωνικό κίνημα των Black Lives Matter, αρκετοί διανοούμενοι μίλησαν για το τέλος της Αυτοκρατορίας. Ενώ αρχικά συμμεριζόμουν αυτή την άποψη, ένα ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Channel 4 στις 3 Ιουλίου μετρίασε την αισιοδοξία μου. To θέμα μιλούσε για τη γέννηση του Rock Against Racism στη Βρετανία στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν η χώρα έβλεπε τα ποσοστά του National Front (του ακροδεξιού, εθνικιστικού κόμματος) να εκτινάσσονται και οι νέοι να παρασύρονται στη ρητορική της μισαλλοδοξίας και της κοινωνικής προκατάληψης. Οι δημοσιογράφοι του Channel 4 θεώρησαν το Rock Against Racism ως τον βρετανικό πρόδρομο του Black Lives Matter.

Το ξεκίνημα και η πορεία του RAR

«Όλα ξεκίνησαν σε μία συναυλία του Εric Clapton», μου διηγείται ο φωτογράφος και ακτιβιστής Red Saunders. «Ήμουν ένθερμος οπαδός του και αποφάσισα να πάω στο Μπέρμινχαμ να τον ακούσω. Προς μεγάλη μου έκπληξη, στη διάρκεια εκείνης της συναυλίας είπε ότι η Βρετανία έχει γίνει μια “μαύρη αποικία”, και, χρησιμοποιώντας μειωτικούς χαρακτηρισμούς για τους ξένους, προέτρεψε το νεανικό κοινό να ψηφίσει τον Enoch Powell (σ.σ. τον συντηρητικό βουλευτή που κρατούσε σκληρή αντι-μεταναστευτική στάση) ώστε να παραμείνει η Βρετανία λευκή».

Anti-nazi league, Rock Against Racism. Παραχώρηση: Red Saunders

Αηδιασμένος από αυτά τα σχόλια, ο Saunders και οι φίλοι του έγραψαν μία επιστολή διαμαρτυρίας στις μουσικές εφημερίδες της εποχής, την NME και τη Melody Maker, στην οποία κατηγορούσαν τον Clapton για ρατσισμό. Έκαναν λόγο για απίστευτη αλαζονεία του λευκού μουσικού, ο οποίος ενώ έχει «δανειστεί» τόσα στοιχεία από τα blues, από τον Bob Marley και άλλους μαύρους μουσικούς, δεν είχε ίχνος μεγαλοψυχίας να αναγνωρίσει πόσα χρωστά στην κουλτούρα τους. Αυτή η «επιστολή της εβδομάδας» συσπείρωσε πολλούς νέους που είχαν ανάλογες απόψεις. «Έλαβα 460 συγχαρητήριες επιστολές σε απάντηση της δικής μου», λέει ο Saunders, «τεράστιο νούμερο για την εποχή και τρανή απόδειξη ότι μια επιστολή διαμαρτυρίας μπορεί να έχει αποτέλεσμα». Το συγκεκριμένο κείμενο σήμερα περιέχεται στο βιβλίο Written in history: Letters that changed the world. «Συνειδητοποίησα τότε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε και η ιδέα ήταν απλή», συνεχίζει. «Έπρεπε να φέρουμε μαζί την πολιτική και τη μουσική και να ενώσουμε διαφορετικές φωνές ενάντια στο ρατσισμό». Ξεκινώντας από μία μικρή παμπ στο ανατολικό Λονδίνο το 1976, o Saunders και ο Roger Ηuddle, συνιδρυτές του RAR, προσέγγισαν μπάντες που είχαν τις ίδιες πεποιθήσεις. Τα πανκ και ρέγκε συγκροτήματα που προσκαλούσαν όχι μόνο έπαιζαν δωρεάν, αλλά βοηθούσαν ώστε να κλειστούν μεγαλύτεροι συναυλιακοί χώροι και να περάσει το μήνυμα σε περισσότερο κόσμο. Και μιλάμε για προοδευτικά μουσικά σχήματα όπως οι Gang of Four, ο Elvis Costello και οι Clash που άφησαν εποχή στη βρετανική μουσική. Στις 30 Απριλίου 1978, 100.000 νέοι πήραν μέρος σε μία μεγάλη πορεία που ξεκίνησε από την Trafalgar square και κατέληξε στο ανατολικό Λονδίνο για μια ανοιχτή συναυλία στο Victoria Park. Έπαιξαν οι Clash, o Tom Robinson, oι Steely Dan, ο Jimmy Pursey των Sham 69 και άλλοι. Ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία.

White riot στην οθόνη

Το κλίμα εκείνης της εποχής αναπαράγει το ντοκιμαντέρ White Riot σε σκηνοθεσία Rubika Shah. Ο τίτλος του φιλμ προέρχεται από το ομώνυμο τραγούδι των Clash, οι στίχοι του οποίου είναι ένα κάλεσμα προς τους λευκούς να αντισταθούν και να σταματήσουν την κοινωνική αδικία. Η ταινία ανατρέχει στην ιστορία του Rock Against Racism μέσα από συναυλίες, συνεντεύξεις και αρχειακό υλικό, έχει ήδη πάρει πολλά βραβεία σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ και αναμένεται να βγει στις αίθουσες μόλις κοπάσει η πανδημία.

Ο Saunders μιλάει με ένταση και πάθος για εκείνα τα χρόνια. Τον ρωτώ τι ήταν αυτό που κατά τη γνώμη του συνέβαλε στην επιτυχία του RAR. Μου λέει ότι ήταν η σωστή στιγμή σε συνδυασμό με την πίστη ότι η μουσική μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αποδείχτηκε εξαιρετικά δημοφιλής και στρατηγικής σημασίας η κίνηση να οργανώνουν συναυλίες παράλληλα με το καρναβάλι στο Brixton και αλλού, αναδεικνύοντας έτσι το ροκ ως ιδανική πλατφόρμα για να λάμψει η διαφορετικότητα. Ο Saunders, ο οποίος αποκαλεί τον εαυτό του ως «ένα χίπι του κοινωνικού underground», δηλώνει πως εξίσου σημαντικό ήταν ότι «δεν είχαμε ίχνος μπουρζουά συμβατικότητας». Ενδεικτικά μου αναφέρει πως τα πρώτα χρόνια τύπωνε ένα φανζίν με τίτλο Temporary hoarding για να ενημερώνει για τις εκδηλώσεις και τις ιδέες του RAR σε ό,τι χαρτί έβρισκε, ακόμα και χαρτί τουαλέτας.

Hidden: H κρυμμένη ιστορία

Η ετοιμότητά του να βρίσκει λύσεις ευφάνταστες και δημιουργικές οφείλεται στη στενή συνεργασία του με την agitprop θεατρική ομάδα Cast. Τότε «η τέχνη με χτύπησε κατακούτελα», μου εξομολογείται. «Moυ άλλαξε τη ζωή και με έκανε να πιστέψω ότι όλα είναι εφικτά».

Παραχώρηση: Red Saunders

Το στυλιζαρισμένο παίξιμο των περφόρμερ που υπογράμμιζε την απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό και το παράλογο επηρέασε τις φωτογραφίες του που δημιουργούσαν αίσθηση κάθε βδομάδα από τις σελίδες του περιοδικού των Sunday Times, το οποίο βρισκόταν τότε στην ακμή του. Οι underground θεατρικές ομάδες του δίδαξαν, επίσης, τη γοητεία της συνάντησης διαφορετικών ειδών. Πάντρεψε, λοιπόν, την αγάπη του για την ιστορία, την πολιτική και τη ζωγραφική στην ενότητα έργων Hidden που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζει ως σήμερα.

Πρόκειται για φωτογραφικά ταμπλό βιβάν που αναπαριστούν στιγμές της βρετανικής ιστορίας, όταν οι πολίτες πήραν τη δημοκρατία στα χέρια τους, όπως η εξέγερση των Χωρικών του Κεντ το 1831 ή η σφαγή τoυ Peterloo. Μαύροι, αγνοημένοι από την κρατούσα ιστορική ματιά, όπως ο William Cuffay που ηγήθηκε των Χαρτιστών (ενός μαζικού εργατικού κινήματος) βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, καθώς και άνθρωποι με αναπηρίες που είναι «αόρατοι» στην κοινωνία μας και γυναίκες όπως η Mary Wollstonecraft, που πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την ισότητα των φύλων. Άλλωστε, ο τίτλος της σειράς προέρχεται από το βιβλίο της γνωστής φεμινίστριας Sheila Rowbotham, Hidden from history (1973).

Τα ζητήματα της ισότητας, της δημοκρατίας και της αποδοχής της διαφορετικότητας που αναδεικνύει ο Saunders δεν ήταν ποτέ πιο καίρια. Σήμερα, ο ίδιος συμπαραστέκεται και επικροτεί κάθε φορά που αδύναμες κοινωνικές ομάδες μάχονται για ίσα δικαιώματα και πιο αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά τον φοβίζει το τοξικό τοπίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όπου αναδύονται φωνές λευκής εξτρεμιστικής προπαγάνδας. Tον πεισμώνει όμως και συνεχίζει την ακτιβιστική και αντισυμβατική του δράση. «Ίσως δεν έχει έρθει ακόμα το τέλος της Αυτοκρατορίας, αλλά το παλεύουμε», μου λέει.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 251 των “Νέων της Τέχνης” (Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 2020)