Momus: Είναι η Αθήνα η Νέα Υόρκη των 70s;

Ο ιδιαίτερα ευφυής και ιδιοσυγκρασιακός Σκωτσέζος μουσικός Momus ζει και κινείται ανάμεσά μας και έχει μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα

Την πρώτη φορά που έζησε στην Αθήνα, την περίοδο 1969-71, ο δεκάχρονος τότε Momus άκουγε τη μουσική από το μιούζικαλ «Hair» και τα τραγούδια των The Beatles, καθώς έξω από το παράθυρό του έρχονταν μελωδίες όπως «Ο Γιώργος είναι πονηρός» ή το «In the year 2525». Τακτικός επισκέπτης της πόλης και από το 2007, «απ’ όταν ξεκίνησε η πρώτη Μπιενάλε της Αθήνας στο Γκάζι», όπως θα διευκρινίσει, ο εκκεντρικός μουσικός Nicholas Currie ζει πλέον στην πόλη μας από τον περασμένο Δεκέμβριο. Απ’ όταν, δηλαδή, πήρε μαζί με τη φίλη του «τρένα και πλοία» για την ανατολικότερη γωνιά της Ευρώπης, μιας και ο αρχικός προορισμός, η Ασία, ήταν απροσπέλαστος εξαιτίας της πανδημίας.

Η σχέση του με την Ελλάδα ήταν, εξάλλου, ανέκαθεν καρμική. Αρχής γενομένης από το όνομα που υιοθέτησε το 1985, αφότου διάβασε τους Μύθους του Αισώπου και συνάντησε τον Μώμο, τον θεό της χλεύης και της ειρωνείας. «Μου άρεσε που ο συγκεκριμένος ήρωας ήταν κριτικός και γκρινιάρης – ένας θεός ναι, αλλά δευτερεύουσας σημασίας και ενοχλητικός, ο οποίος εκδιώχθηκε από τον Όλυμπο, μόνο και μόνο επειδή έκανε τη δουλειά του: έβρισκε τα λάθη στον σχεδιασμό των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, πίστευε ότι έπρεπε να έχουν ένα παράθυρο στο στέρνο τους, ώστε οι θεοί να παρακολουθούν τις σκέψεις τους. Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου ως Momus έχει υπάρξει μια προσπάθεια να εγκαταστήσω αυτό το παράθυρο».

Ο ιδιοσυγκρασιακός Momus, ένας μικρός θεός του –καθόλου επιφανειακού– σκώμματος, όπως εκφράζεται μέσα από τραγούδια όπως το «I want you but I don’t need you», δεν ξέρει πολλά για τους υπόλοιπους κατοίκους της Ελλάδας. «Θα φανταζόμουν ότι έχουν πιο αργούς ρυθμούς», λέει. Για τους Αθηναίους όμως έχει άποψη και πολύ συγκεκριμένη μάλιστα, αν κρίνει κανείς και από το γεγονός ότι ο τίτλος του νέου άλμπουμ που ηχογραφεί στην πόλη είναι αυτός ακριβώς: «Athenian». «Οι Αθηναίοι μπορεί να είναι φοβεροί μαλάκες που πειράζουν τις μηχανές τους για να είναι όσο πιο θορυβώδεις γίνεται και χρησιμοποιούν τη λέξη “malaka” σε κάθε πρόταση που εκφέρουν. Από την άλλη, είναι ιδιαίτερα ζεστοί και φιλικοί, χαλαροί και με αίσθηση του χιούμορ, όπως επίσης πολύ δημιουργικοί. Έχω συναντήσει ορισμένους ιδιαίτερα συμπαθείς designers, καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες από τότε που ήρθα εδώ – είναι πολύ καλύτεροι από τους αντίστοιχους επαγγελματίες στο Βερολίνο, όμως, σας παρακαλώ, μην το πείτε στους Βερολινέζους!»

«Βερολίνο», η μαγική λέξη ή η μεγάλη φαντασίωση (και ψευδαίσθηση) των Αθηναίων, ότι δηλαδή η πόλη τους είναι, ή μπορεί να γίνει, το νέο hub τεχνών της Ευρώπης, όπου συναντιούνται τα δημιουργικά πνεύματα της ηπείρου, και όχι μόνο. Ως μόνιμος κάτοικος της γερμανικής πόλης, ο κοσμογυρισμένος Momus έχει βέβαια άποψη επί τούτου. «Η Αθήνα είναι ίσως το Βερολίνο των 90s, όταν υπήρχαν ακόμα φτηνά νοίκια και μια έντονη αίσθηση σκοπού στη δημιουργική κοινότητα. Ή ίσως είναι η Νέα Υόρκη των 70s, όταν ένιωθες την αδρεναλίνη να ρέει μέσα σου, καθώς προσπαθούσες να φτάσεις στην εξώπορτά σου ασφαλής κάθε βράδυ, αφότου είχες υπομείνει στη διαδρομή τους νταβατζήδες, τις πόρνες, τα ρεμάλια και τα τζάνκι (μάλλον έχετε ήδη καταλάβει ότι μένω στο χειρότερο σημείο του Μεταξουργείου). Υπάρχει ένα απροσδιόριστο ρεύμα ενέργειας και προοπτικής σε μια πόλη σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και το αισθάνομαι αυτό στην Αθήνα αυτήν τη στιγμή. Το 2017 ήταν υπό μια έννοια η δημιουργική αποθέωση της πόλης, όταν ο Adam Szymczyk αποφάσισε να φέρει εδώ την documenta. Νομίζω ότι οι δονήσεις αυτής της ενέργειας είναι ακόμα αισθητοί σε γειτονιές όπως το Κουκάκι και τα Εξάρχεια. Μικρές δημιουργικές επιχειρήσεις ξεπετάγονται, υπάρχουν καφέ όπως το Methen, με τις ουρές από μοδάτους νέους με φοβισμένα σκυλιά (ο καφές είναι άριστης ποιότητας και ακριβώς στη μισή τιμή απ’ ό,τι θα τον πλήρωνες στο Παρίσι). Και ας μην ξεχνάμε τον ήλιο, που δίνει στα χρώματα μια αιχμηρή φωτεινότητα, τη μυρωδιά των κέδρων και των πεύκων στις πλαγιές του Λυκαβηττού, τις αδέσποτες γάτες που γουργουρίζουν ή την έντονη μυρωδιά από τις νεραντζιές που φυτρώνουν στους δρόμους…»

Αναμενόμενα, ο μέτοικος Momus, που έχει ήδη ζήσει σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Γαλλία, επηρεάζεται και δημιουργικά από το περιβάλλον κάθε πόλης. «Είμαι σφουγγάρι: όταν ζω στην Οσάκα, κάνω μουσική γεμάτη με παραδοσιακά κρουστά, κλάβες ή σαμισέν. Εδώ στην Αθήνα με το μπουζούκι του ρεμπέτικου, στο Βερολίνο με το ακορντεόν. Παρά την υποτιθέμενη παγκοσμιοποίηση, νομίζω ότι υπάρχει μια έντονη αίσθηση εντοπιότητας και αφουγκράζομαι τις διαφορές ανάμεσα στους τόπους. Περνώ πολύ χρόνο ως flâneur, κοιτάζοντας ανθρώπους και παρατηρώντας πώς κινούνται. Μου αρέσει η υπαρξιακή ατμόσφαιρα στις πιο ζεστές πόλεις, όπου ο κόσμος περνάει πολύ χρόνο έξω και χαλαρώνει στον ήλιο, ζώντας περισσότερο τη στιγμή, με μια πιο αισθησιακή αντιμετώπιση απέναντι στο σώμα και τον χρόνο. Πιστεύω στις εκλεκτικές συγγένειες: ότι ταξιδεύεις μέχρι να βρεις ένα μέρος που ανταποκρίνεται σε κάτι που υπάρχει καταπιεσμένο μέσα σου, ένα μέρος που σου επιτρέπει να εκφράσεις κάτι που οι άλλοι τόποι καταπνίγουν. Πρέπει να μαθαίνεις από ένα μέρος, αλλά και να αναγνωρίζεις κάτι από τον εαυτό σου σε αυτό».

 

 Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο τεύχος #1 της The Art Newspaper Greece (Ιούνιος – Ιούλιος 2021) στο πλαίσιο του αφιερώματος «Αθήνα: Αστικό πεδίο και πολιτιστικοί νομάδες».

TAGS