Μενέλαος Καραμαγγιώλης: “Η Αθήνα είναι μια διαρκής πίστα πτήσεων”

Ο σκηνοθέτης Μενέλαος Καραμαγγιώλης αποτυπώνει την Αθήνα και τις ιδιαίτερες ιστορίες των αντι-ηρώων της μέσα από κινηματογραφικές και ραδιοφωνικές ταινίες και video installations που προσδίδουν μία καλλιτεχνική διάσταση στην έννοια του ντοκουμέντου.

Με καθαρά ανθρωποκεντρική ματιά και με πίστη στον άνθρωπο, στρέφει την προσοχή στους «αφανείς ήρωες», δίνοντάς τους φωνή και δημιουργώντας μία τέχνη συλλογική, ανοιχτή, βιωματική, διαδραστική (παράδειγμα, η σειρά ντοκιμαντέρ «Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους») και «πολιτική». Ταυτόχρονα ενεργοποιεί και ζωντανεύει τον δημόσιο χώρο με καλλιτεχνικές δράσεις που τον καθιστούν ένα πεδίο συνάντησης και διαλόγου, με απρόβλεπτες συναντήσεις και συναρπαστικούς ήρωες.

Τι σας γοητεύει στην Αθήνα ώστε να ασχοληθείτε με αυτή, μέσα από την κινούμενη εικόνα;
Η Αθήνα παραμένει μία απρόβλεπτη πόλη γεμάτη εκπλήξεις και –ευτυχώς– ακόμα πιο κοσμοπολίτικη, λόγω των ξένων που ζουν εδώ. Αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα τοπίου μέσα στο οποίο κανείς ανακαλύπτει ό,τι καίριο απασχολεί τον πλανήτη σήμερα. Μία διαρκής πίστα πτήσεων και διαδρομών που, αν κανείς αφεθεί ελεύθερος να αφουγκραστεί, θα γίνει αυτόπτης όσων τον γοητεύουν, όσων τον απωθούν, όσων πρέπει να διαχειριστεί, όσων πρέπει να γνωρίζει, αν θέλει να έχει μια ολοκληρωμένη εμπειρία ζωής: δηλαδή αληθινής τέχνης.

Λατρεύω το κέντρο της Αθήνας και χαίρομαι που ζωντανεύει διαρκώς χάρη στους ξένους και τους νέους που το διεκδικούν δυναμικά και καλλιτεχνικά με κάθε τρόπο, μέσα από αυτόνομες προσπάθειες και αυτοσχέδιους μηχανισμούς. Δεν φοβάμαι την εγκατάλειψη του κέντρου, όσο φοβάμαι τις επιδρομές κάποιων υποτιθέμενων «ανακαινιστών» που αγνοούν την αξία των σύγχρονων μνημείων και οραματίζονται μόνο πολυώροφα εμπορικά κέντρα. Με στεναχωρούσε που με ρωτούσαν πώς μένω στην Κυψέλη, γιατί για χρόνια τη θεωρούσαν επικίνδυνο «γκέτο». Μέσα από ένα αυτόνομο κι αυτοσχέδιο καλλιτεχνικό κίνημα, μέσα σε πέντε χρόνια καταφέραμε να μοιάζει πλέον με μία καίρια και συναρπαστική μικρογραφία της νέας Αθήνας, με 43 γκαλερί, υποδεικνύοντας τρόπους που μπορεί η πόλη να αναπτύσσεται χωρίς να φοβάται τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της.

Η δουλειά σας είναι ανθρωποκεντρική· θεωρείτε ότι οι μικρο-ιστορίες αυτές είναι που συνθέτουν την ευρύτερη πραγματικότητα;
Νιώθω ότι οι ιστορίες που δεν μπαίνουν στα πρωτοσέλιδα, οι «αόρατοι» της Αθήνας κι όσοι ζουν εκτός του προστατευτικού «κέντρου» της συχνά αποτυπώνουν πιο περιεκτικά και καίρια την ιστορία και την τέχνη κάθε εποχής. Με ενδιαφέρουν κυρίως αυτοί οι ήρωες και οι ιστορίες τους, όπως και οι τρόποι που μπορούν να διαδράσουν δημιουργικά με τους θεατές και τον δημόσιο χώρο. Μια επαναδιαπραγμάτευση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει (και συνήθως αγνοούμε) νιώθω πως θα είναι αναζωογονητική για κάθε είδος τέχνης. Είναι ένα βιωματικό ταξίδι που ξεκινήσαμε με την ομάδα Documatism στην ταινία «J.A.C.E. - Just Another Confused Elephant» και συνεχίζεται έως το έργο «the AfroGreeks» ως μια συλλογική προσπάθεια ώστε να μελετήσουμε το ντοκουμέντο, αφήνοντας όμως τη φαντασία μας αχαλιναγώγητη. Εδώ και καιρό, το ντοκουμέντο τροφοδοτεί δυναμικά ιστορίες και μύθους που σχηματοποιούν τις σύγχρονες μυθολογίες. Πρέπει να αποφύγουμε τον μονοσήμαντο ρεαλισμό, αλλά δεν είναι δυνατόν να κάνουμε τέχνη χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας αυτό που συμβαίνει γύρω μας.

Πώς επηρεάζει η Αθήνα τους κατοίκους της και αντίστροφα; Πώς η εικόνα της πόλης είναι και η εικόνα των κατοίκων της;
Θεωρώ ότι ο άναρχος και λαβυρινθώδης πολεοδομικός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της Αθήνας επηρεάζει υπόγεια και καθοριστικά τη συμπεριφορά μας και τις σχέσεις μας. Είμαστε η πόλη μας και πιστεύω ακράδαντα πως μπορούμε με «όπλο» την τέχνη να σηκώσουμε τις διαρκώς κατεβασμένες τέντες αυτής της πόλης και να ανοίξουμε έναν δημιουργικό και καίριο διάλογο για την αισθητική της. Η αισθητική πιστεύω ότι αποτυπώνει την ηθική μας, κόντρα σε όσους μας προτρέπουν καθημερινά να μένουμε αμέτοχοι για να προστατευτούμε. Η σύγχρονη τέχνη δεν μπορεί να μένει αμέτοχη σε όσα καθορίζουν τη συλλογική αισθητική μιας πόλης, και χαίρομαι πολύ που αρχίζει να συμβαίνει –έστω δειλά– στην Αθήνα.

Έχετε συνεργαστεί με τον χώρο της σύγχρονης τέχνης, π.χ. στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2015, όπου γυρίσατε το βίντεο που ήταν μέρος της εγκατάστασης της Μαρίας Παπαδημητρίου, καθώς και στην έκθεση Ψυχοσάββατο ΙΙ στην γκαλερί Rodeo το 2019, στο ΕΜΣΤ το 2014 και στο Centre d’Art Contemporain Genève το 2020.
Πιστεύω πως η τέχνη πρέπει να δίνει βήμα σε ήρωες και ιστορίες που δεν θα είχαν εύκολα πρόσβαση στους χώρους της. Ούτε ως θεατές ούτε ως πρωταγωνιστές. Νιώθω έντονα την ανάγκη η τέχνη να ανοιχτεί, να βγει από τις γκαλερί και τις συλλογές και να «κατοικήσει» σε διαφορετικά, «αόρατα», απρόσιτα κι απρόβλεπτα σημεία της πόλης. Με την ομάδα Documatism δημιουργούμε ανοιχτές καλλιτεχνικές δράσεις που δίνουν βήμα σε όσους το στερούνται και κίνητρα για διαλόγους και πιθανές λύσεις. Πώς ένα έργο τέχνης γίνεται όπλο για τους ήρωές του και τους θεατές του και πώς εντέλει –καθώς το έργο εξελίσσεται– γίνονται καλλιτέχνες και οι ίδιοι (οι πρωταγωνιστές και οι θεατές) και συμμέτοχοι στη δημιουργία του. Πώς ένα έργο δεν τελειώνει με την παρουσίασή του, αλλά συνεχίζεται δημιουργώντας δημιουργικούς διαλόγους. Νιώθω πως οι εικαστικοί καλλιτέχνες σήμερα είναι πιο ελεύθεροι να προσδιορίσουν αυτό που έπεται στην τέχνη και στον κινηματογράφο.

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο τεύχος #1 της The Art Newspaper Greece (Ιούνιος – Ιούλιος 2021) στο πλαίσιο του αφιερώματος «Αθήνα: Αστικό πεδίο και πολιτιστικοί νομάδες».

TAGS