Universal Greek (Ο Παγκόσμιος Έλληνας), 170 Χ 272cm, εκτύπωση σε αλουμίνιο, 2004

Μάριος Σπηλιόπουλος: Προς ένα νέο ανθρωπισμό ή ο εαυτός και ο «άλλος»

Με αφορμή τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, η Αλεξάνδρα Κοροξενίδη συνομιλεί με τον εικαστικό και καθηγητή της ΑΣΚΤ Mάριο Σπηλιόπουλο για την ελληνικότητα, τη σημασία της ιστορίας και ένα νέο ανθρωπισμό.

 

Στην σημερινή πολιτικό-κοινωνική συνθήκη η έννοια του έθνους συχνά υφίσταται μία κακοποίηση που κάνει κάθε κουβέντα γύρω από την καταγωγή και την ιστορία ένα συγκρουσιακό πεδίο. Χωρίς καμία πρόθεση πρόκλησης, ο Μάριος Σπηλιόπουλος έχει αποτολμήσει τη χρήση έντονων συμβόλων όπως η σημαία, για να φτάσει σε μία αφαιρετική, οικουμενική απόδοση του τί σημαίνουν έννοιες όπως πατρίδα, καταγωγή, ταυτότητα, εντέλει, η ανάγκη του ανήκειν, η ατομική και συλλογική ταυτότητα. Η ιστορία, η  θρησκεία, η γλώσσα, ο λόγος και η φύση επανέρχονται υπαινικτικά στο έργο του ως τρόποι που διαμορφώνουν αυτό το αίσθημα του ανήκειν.  Στις μέρες αυτές του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση ὀπου διαχρονικό και επίκαιρο συναντώνται, το έργο του Μάριου Σπηλιόπουλου δείχνει την ικανότητα της τέχνης να μιλά, μέσα από τη γενίκευση και την αφαίρεση, για επίκαιρες έννοιες με διαχρονικό πρίσμα και για διαχρονικές έννοιες με επίκαιρο τρόπο. 

Στην εγκατάσταση Aνθρώπων Ίχνη στην Ελευσίνα, είχες τοποθετήσει στην είσοδο του παλαιού ελαιουργείου την επιγραφή «ὄλβιος ὅστις ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν» (ευτυχής εκείνος που γνωρίζει την ιστορία) που προέρχεται από ένα από τα αποσπάσματα της «Αντιόπης» του Ευριπίδη. Σε μία εποχή που η ιστορική διάσταση των πραγμάτων συχνά αγνοείται, τί θέση παίρνεις με το έργο σου και για ποια ιστορία μιλάς;

Το έργο ήταν ένας τρόπος να διεισδύσω στις ζωές και στην ιστορία των κατοίκων της Ελευσίνας, των ανθρώπων που ζουν σε έναν τόπο όπου συντελέστηκαν τα Ελευσίνια Μυστήρια, που δούλεψαν στα παλαιά εργοστάσια και τώρα πλέον στα βιομηχανικά μνημεία της πόλης.  Ενδιαφέρθηκα για την ιστορία από «τα κάτω», τα ίχνη των ανθρώπων εκείνων που σήμερα αρθρώνουν την πολυπολιτισμική φυσιογνωμία της Ελευσίνας, την προφορική ιστορία που σήμερα οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν εξίσου σημαντικό τεκμήριο με την «μεγάλη» ιστορία και τα σπουδαία γεγονότα. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος ως πρωταγωνιστής στον μικρό του χώρο όπου οι πολλές ιστορίες συγκροτούν το συλλογικό, οι κουκίδες υποκειμενικότητας διαμορφώνουν την μεγάλη ιστορία.  Τα μεγάλα γεγονότα τα δημιουργούν οι άνθρωποι, το πώς λειτούργησε ο άνθρωπος σε ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός είναι η αφήγηση πού με ενδιαφέρει. Και εκεί ακριβώς μπαίνει κατά την γνώμη μου η κοινωνική τέχνη. Η ιστορία ασχολείται με τα γεγονότα ενώ η τέχνη με τον άνθρωπο.

Τα 700 ονόματα του Θεού Νο 2, Γιαλί Τζαμί, Χανιά, Βιντεο-ηχητική εγκατάσταση, 2016

 

“Η ελληνικότητα είναι ένα συνονθύλευμα διαφορετικών επιρροών”

Η ιστορία επομένως είμαστε εμείς οι ίδιοι, δεν είναι κάτι έξω από εμάς. Η γνώση της είναι και γνώση του εαυτού μας και η σύνδεση ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι έχεις αναφερθεί επανειλημμένα στον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγαμιν ως μία ώθηση για το μέλλον.

Πάντα ένιωθα  ότι η ιστορία είναι όπως έλεγε ο Σεφέρης, ένα βαρύ κεφάλι που κρατώ στο χέρι μου και δεν ξέρω που να τα ακουμπήσω. Δυστυχώς είμαστε από τις λίγες χώρες που πέρασε εμφύλιο πόλεμο. Είναι σαν να έχουμε τον διχασμό στο DNA μας. Το βλέπουμε και στην Επανάσταση του 1821. Όταν όμως γνωρίζεις την ιστορία αποφεύγεις τα ίδια λάθη. Εύχομαι η Ελλάδα να μην ξαναπεράσει εμφύλιο αν και βλέπω ότι υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν τον διχασμό. Η γνώση της ιστορίας βοηθά στο να ολοκληρώνεις εαυτόν, να καταλάβεις ότι η ελληνικότητα είναι μία κατασκευή που μπορεί να εξυπηρέτησε κάποιες εποχές αλλά σήμερα δεν θεωρώ ότι είναι πρωταρχικό αντικείμενο έρευνας. Εγώ είχα γιαγιά που μιλούσε τούρκικα καθώς η Μακεδονία απελευθερώθηκε το 1912 και παππού που ήταν βουλγαρόφωνος Έλληνας. Η ελληνικότητα δεν είναι ένα πράγμα αλλά ένα συνονθύλευμα διαφορετικών επιρροών.

Όσο για την ιστορία, ο Μπένγιαμιν που εμπνέεται από την υδατογραφία Angelus Novus του Κλέε, θεωρεί ότι αυτός ο άγγελος είναι ο άγγελος της Ιστορίας που θέλει να γυρίσει στο παρελθόν και να αναστήσει τους νεκρούς  και τα ερείπια – όμως άνεμος από τον παράδεισο τον σπρώχνει στο μέλλον. Έτσι νιώθω για την ιστορία.  Η γνώση της ιστορίας σε συγκροτεί, σε κάνει να χτίζεις γέφυρες με τον άλλον. Η ιστορία είναι σαν το εφαλτήριο χωρίς το οποίο δεν μπορεί κανείς να κάνει το άλμα για να πετάξει προς το μέλλον. Παρατηρώντας φερ᾽ ειπείν την Νίκη της Σαμοθράκης αισθάνομαι ότι πατά με το ένα πόδι με σθένος και δύναμη στο βάθρο – που για μένα είναι η Ιστορία – και κάμπτει το άλλο από την επιθυμία, θεωρώ εγώ, της ανάτασης.

 

Ειδικά η γενιά σας ενδιαφέρθηκε για το ζήτημα της ελληνικότητας αλλά το έκανε με μία σύγχρονη στον καιρό της εικαστική γλώσσα, την ίδια στιγμή που μίλησε για μία τοπικότητα. Αυτή η τοπικότητα, με αναφορές στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής ιστορίας και κουλτούρας, στη γλώσσα, στη θρησκεία, κυρίως όμως στις δικές σας αναμνήσεις, εξακολουθεί να υπάρχει στην δουλειά σας. Πώς και γιατί συμβαίνει αυτό;

Σήμερα που αναβιώνει ένας εθνικισμός είναι επικίνδυνο να μιλά κανείς για τέτοιες έννοιες. Μπορεί να παρεξηγηθεί. Η θρησκεία με ενδιαφέρει όχι ως θρησκευτικό δόγμα αλλά διότι υπήρξε το συνεκτικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας. Με ενδιαφέρουν πιο πολύ οι τελετουργίες της εκκλησίας. Οπως έλεγε ο Πίτερ Μπρουκ, το σύγχρονο θέατρο σταματά στις πύλες της Ανατολικής Ορθόδοξης λειτουργίας, διότι όπως οι γιορτές και τα πανηγύρια, φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Νομίζω ότι είμαστε πιο κοντά στο Βυζάντιο και ό,τι μάθαμε για την Αρχαία Ελλάδα ήταν μέσα από τις ζυμώσεις που έγιναν στην Δυτική Ευρώπη στο πνεύμα του Διαφωτισμού (που βέβαια δεν θα υπήρχε χωρίς Αναγέννηση και εκείνη δεν θα  υπήρχε χωρίς το Βυζάντιο). Η Ορθοδοξία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση διότι ήταν η ενοποιητική δύναμη των ανθρώπων από διαφορετικές φυλές. Η θρησκεία διέσωσε και τη γλώσσα.

 

«Δεν είναι η ελληνική ταυτότητα που σήμερα περνάει κρίση αλλά κυρίως η ανδρική ταυτότητα»

Με πολλά από τα έργα μου, όπως στο Γήινο Καντήλι και στο Μνήμης Φυλάκιον, θεωρήθηκε ότι μιλώ για θρησκεία, όμως αυτό που με ενδιέφερε είναι το «θέατρο» των τελετουργιών της λεκάνης της Μεσογείου.  Για μένα,  Έλληνες σήμερα είναι οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες. Πιστεύω επίσης ότι στο παγκόσμιο χωριό για το οποία μιλά ο ΜακΛούαν ήδη από την δεκαετία του 60, πρέπει να συμμετέχουμε φορώντας τα δικά μας ρούχα. Έτσι παίρνω το ρίσκο και χρησιμοποιώ σύμβολα. Ας μην έχουμε αυταπάτες: εμείς οι ιθαγενείς καλλιτέχνες που ζούμε στην Ελλάδα είμαστε σε μία περιφερειακή ως προς τα κέντρα της τέχνης, χώρα.  Η συνείδηση της περιφερειακότητας προσωπικά με ησυχάζει και αυτό που προσπαθώ είναι να χτίζω συνομιλίες και γέφυρες με τον άλλο συγκροτώντας το εγώ μου και το εμείς.

 

Πάντως, δεν είναι η ελληνική ταυτότητα που σήμερα περνάει κρίση αλλά κυρίως η ανδρική ταυτότητα.  Η έννοια του άνδρα, το πρότυπο του άνδρα καταρρέει – το βλέπουμε με τις έμφυλες αναζητήσεις στην τέχνη – και καλά κάνει, διότι αυτό μάς απελευθερώνει. Ζούμε την κατάρρευση των μεγάλων συνεκτικών αφηγήσεων. Υπάρχει σήμερα κατά την γνώμη μου η κυριαρχία ενός ειρωνικού κυνισμού που θεωρώ ότι οδηγεί στην απανθρωποποίηση. Ειδικά με τον κορωνοϊό συνειδητοποιούμε την ανθρώπινη ευθραυστότητά μας. Θεωρώ ότι η αμφισβήτηση της σταθερότητας του εαυτού μπορεί να είναι γόνιμη διότι μάς αναγκάζει να φροντίζουμε τον εαυτό μας και αυτή η φροντίδα γίνεται ευθύνη και λογοδοσία για τον εαυτό απέναντι στον ίδιον και απέναντι στον άλλο, όπως επίσης ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο που σε καλεί τόσο επιτακτικά να αναλάβεις την ευθύνη όσο ο έρωτας και η τέχνη, δύο τόσο τρομακτικές αλλά και απελευθερωτικές δυνάμεις. Πιστεύω όμως ότι και ο μύθος που λέει ότι η κρίση ενισχύει την καλλιτεχνική δημιουργία είναι λάθος. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εμπνέεται από τις αντιξοότητες αλλά μπορεί να παράξει μόνο μέσα σε χαλαρότητα.

 

«πατρίδα εξακολουθεί να είναι για μένα τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας»

 

Έχεις πει ότι η έννοια της πατρίδας αλλάζει, ατομικά και συλλογικά, ανάλογα με την ηλικία και την γενιά. Κάποτε ήταν «τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας» τί είναι σήμερα; Και αν Έλληνας είναι όποιος αγαπά την ελληνική ιστορία αλλά δεν έχει ζήσει ή γεννηθεί εδώ, τότε πώς το βίωμα του ίδιου του τόπου που υπάρχει υπαινικτικά στο έργο σου (για παράδειγμα μέσα από την υλικότητα άρα και την υπόμνηση των αισθήσεων και όχι μόνο της σκέψης) είναι σημαντικό;

 

Ως προς την ελληνικότητα, θα πω ότι ο Ζακ Λακαριέρ που έγραψε Το ελληνικό καλοκαίρι είναι πιο Έλληνας από μένα. Όσο για μένα, η Ελλάδα είναι ο γενέθλιος τόπος μου. Πιστεύω ότι η φυσική ομορφιά πού μας περικλείει μάς κάνει πιο τρυφερούς και πιο αισθαντικούς, ακόμα και η Ορθόδοξη πίστη είναι πιο αγαπητική φερ᾽ειπείν από τον προτεσταντισμό, είναι αποκαλυπτική, πιστεύει στην Θεία Χάρη. Και πατρίδα εξακολουθεί να είναι για μένα τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας, τα ξένοιαστα καλοκαίρια που δεν είχαμε σχολείο και ρουφούσαμε τον κόσμο σαν ένα υπέροχο μυστήριο . Αυτή την αίσθηση θέλω να την κρατώ όταν κάνω έργα, αυτή η αίσθηση της αθωότητας μαζί με την γνώση της ιστορίας. Αυτό το δίπολο μπορεί να παράξει τέχνη σήμερα.

Τάμα, 52 Χ 50 cm, μικτή τεχνική, 1991

 

Ο άνθρωπος, το βίωμα, οι αισθήσεις, η μνήμη είναι και πάλι το επίκεντρο, οι ανθρώπινες εμπειρίες, η συγκρότηση του εαυτού. Αυτό εξηγεί και το ότι χρησιμοποιείς την ποίηση και τον λόγο στην δουλειά σου;

Κατοικούμε μέσα στην γλώσσα. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούμε συνομιλία. Η αυτόνομη σκέψη διαπλάθει αυτόνομα και ελεύθερα υποκείμενα που δημιουργούν πρώτα το εγώ και έπειτα το εμείς. Αυτή είναι η βασική αρχή του Διαφωτισμού, «να σκέφτεσαι με τον δικό σου νου» λέει ο Καντ. Εμείς ζήσαμε στην εποχή του έντυπου, η νέα γενιά είναι όπως λέω μετα-οθονική, η γενιά που γεννήθηκε με την οθόνη του υπολογιστή και είχε πρόσβαση στην τεράστια πληροφορία.  Πιστεύω ακράδαντα στις δυνατότητές της. Πιστεύω ότι οι νέοι είναι ανοιχτοί στο μέλλον, δεν έχουν τα βαρίδια – ιδεολογικά κλπ –  που είχαμε εμείς. Ως καθηγητής στην ΑΣΚΤ, μαθαίνω από αυτούς.

 

«Μέσα από την τέχνη ζητούμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας»

 

Επανέρχεσαι συνέχεια στην έννοια της συγκρότησης του εαυτού. Πώς θεωρείς ότι η τέχνη βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση;

Η τέχνη εξανθρωπίζει τον άνθρωπο. Κάνει τον άνθρωπο να συν-κινηθεί. Είναι μία ιδιωτική υπόθεση για δημόσια χρήση. Πιστεύω, όπως έλεγε ο Πικάσο, ότι η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε την δική μας αλήθεια. Με την τέχνη μπορείς να κάνεις μία επανάστας, μία ειρηνική επανάσταση όπως ήταν η Pώσικη Πρωτοπορία. Πιστεύω ότι όσοι κάνουν την ειρηνική επανάσταση αδύνατη θα κάνουν την βίαιη επανάσταση αναπόφευκτη.  Η τέχνη είναι κακός αγωγός του συμφέροντος και της σκοπιμότητας και αντιστέκεται όταν την χρησιμοποιούμε συνθηματικά. Είναι σαν ένα ποτήρι καθαρό νερό. Ξεφλουδίζει το κέλυφος του ανθρώπου για να φανεί ο κρυμμένος του πυθμένας, μας βοηθά να συγκροτήσουμε εαυτό, να δούμε ποιοι είμαστε.

Το πώς συγκροτούμε τον εαυτό σήμερα, το τί επιλέγουμε να συγκρατήσουμε και τι να αγνοήσουμε, φαίνεται να σε απασχολεί και στο Dazibao την πιο πρόσφατη έκθεσή σου, που παραπέμπει στις αφίσες/εφημερίδες στην Κίνα του Μάο, ένα αμάλγαμα προσωπικών δηλώσεων σε δημόσιο τοίχο. Το προσωπικό συναντά και πάλι το συλλογικό. Το έργο σου φαίνεται να μιλά και για το θραύσμα, αλλά και για την κρίση του νοήματος. Ποια είναι η συνθήκη που προκάλεσε το έργο αυτό;

Η έκθεση ήταν μία αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, της γκρίζας ύπαρξης. Αυτό που βιώνουμε τώρα είναι ένας παγκόσμιος πόλεμος και αυτό φέρνει μία πολλαπλή κρίση νοήματος. Μέσα από την τέχνη ζητούμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό, να αναζητήσουμε το ποιητικό αίτιο. Η απλή ανταλλαγή αναφορών όπως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενέχει μία ναρκισσιστική αυτο-αναφορικότητα και έλλειψη αναστοχασμού. Το facebook είναι ένα σύγχρονο Dazibao όπου κανείς μπορεί να βρει από πολύ ενδιαφέροντα ως παντελώς άχρηστα πράγματα. Το Dazibao ήταν ένα προσωπικό ημερολόγιο πάνω στα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας όπως καταγράφηκαν στις εφημερίδες.  Τώρα προσπαθώ να ξαναδώ με άλλη ματιά τα «Λάβαρα» που έκανα την δεκαετία του ᾽90. Τα λάβαρα είναι οι σημαίες της ήττας και της νίκης. Θα ήθελα να κάνω αυτό που λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος, «στον εαυτό μου να βουτήξω και στο βάθος να αγγίξω ουρανό».