Marios Schwab (c) YIORGOS KAPLANIDIS

Marios Schwab: Ένας ανιχνευτής της αυθεντικότητας

Μια συζήτηση με τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή της Zeus+Δione για επετειακές συλλογές, αυθεντικότητα και απροσδόκητη έμπνευση από Ελλάδα.

 

Γεννημένος από Ελληνίδα μητέρα και Αυστριακό πατέρα, ο Marios Schwab συνδυάζει στοιχεία διαφορετικών φιλοσοφιών που όμως συγκλίνουν στην αγάπη του για το χειροποίητο, για αυτό που κουβαλά ιστορία. Είναι άλλωστε βασική του επιδίωξη να διηγείται ιστορίες μέσω της δουλειάς του. Για τη δημιουργία της ιδιαίτερα σημαντικής συλλογής Άνοιξη-Καλοκαίρι ’21 που εμπνέεται από τα 200 χρόνια από την ελληνική Επανάσταση, παρέμεινε πιστός στις αρχές του αρνούμενος να ενδώσει στο επιτηδευμένο φολκλόρ και, συμβαδίζοντας με την ηθική του brand, δανείστηκε παραδοσιακά στοιχεία για να πει την ιστορία της αυθεντικής Ελληνίδας.

 

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Zeus+Δione;

Είχε γίνει μια πρόταση πριν από χρόνια, στα πρώτα βήματα της εταιρείας και είχαμε κάνει μια γρήγορη συνάντηση με τη Δήμητρα Κολοτούρα στο Λονδίνο για το ενδεχόμενο συνεργασίας για ένα συγκεκριμένο προϊόν, αλλά δεν ήταν κάτι που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο διάβαζα σχετικά με την πορεία του brand, τις συνεργασίες του με Έλληνες τεχνίτες, όπως μία μικρή μονάδα παραγωγής μεταξιού στο Σουφλί, και μου άρεσε πάρα πολύ. Όταν ξαναέγινε η πρόταση, συναντηθήκαμε με τη Δήμητρα και αποφασίσαμε να κάνουμε μία σεζόν μαζί, η οποία πήγε καλά αλλά δυστυχώς μεσολάβησε ο κορονοϊός και δεν μπορέσαμε να την πουλήσουμε. Αποφασίσαμε ότι, παρά τις προκλήσεις και τους περιορισμούς, δεν γίνεται να σταματήσουμε χωρίς να δημιουργήσουμε κάτι για το 1821, μία τόσο σημαντική επέτειο που μας δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε ένα καινούργιο, θετικό όραμα για τη Zeus+Δione διεθνώς. Επαναπροσδιορίζουμε παράλληλα το brand που θέλει να υπηρετήσει το luxury element – στοιχείο πολύ σημαντικό – καθώς το προϊόν βασίζεται σε τεχνικές και χειροτεχνήματα πολύ σπάνια, που με τον καιρό εξαφανίζονται. Αυτό με έκανε να πω το ναι, το γεγονός ότι έχουμε κοινές αρχές. Τα συγκεκριμένα επαγγέλματα τα κάνουν άνθρωποι που αγαπούν αυτό ακριβώς το κομμάτι της δουλειάς, για αυτό και την επέλεξαν· δυστυχώς, όμως, είναι πλέον σε μεγάλη ηλικία ή έχουν μαθητεύσει κοντά σε ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. Υπάρχει ένας ρομαντισμός και μια νοσταλγία γύρω από αυτό…

 

Πώς είναι μέχρι τώρα η εμπειρία της συνεργασίας με ένα brand στην Ελλάδα, τη χώρα καταγωγής σας, εν μέσω πανδημίας; 

Ήταν δύσκολα τα πράγματα, όμως μέσα από αυτή την κατάσταση βγήκε ένα μεράκι. Συναντιόμασταν διαδικτυακά με τη Δήμητρα κι έτσι άρχισα τη διεργασία για την οπτικοποίηση του brand, αλλά και τη δική μου συνεισφορά σε αυτό. Όταν άνοιξαν λίγο τα πράγματα, έκανα κάποια ταξίδια εντός Ελλάδας, στο Ναύπλιο και σε άλλα μέρη, είδα ιδιωτικές και μουσειακές συλλογές, μέχρι που συναντηθήκαμε ξανά ως εταιρεία για την κολεξιόν με έμπνευση το 1821. Μου αρέσει πολύ η Ελλάδα, είναι η χώρα όπου γεννήθηκα. Το πώς με μεγάλωσαν οι γονείς μου έχει επηρεάσει τον τρόπο σκέψης μου, με έχει καθορίσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ήταν πολύ ωραίο που, μέσα στην τραγική κατάσταση του κορονοϊού, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ ξανά με κάτι που με ενθουσιάζει τόσο πολύ.

 

Επειδή αναφέρατε τη σημασία της καταγωγής σας, το ελληνικό στοιχείο είναι κάτι που αποτυπωνόταν στην αισθητική σας ταυτότητα μέχρι τώρα ή το εντάσσετε στις δημιουργίες σας για πρώτη φορά με αφορμή το 1821;

Στην Ελλάδα έχουμε πολλά αισθητηριακά στοιχεία που μπορούν να εμπνεύσουν ένα δημιουργό: o ήχος, η υφή, το άρωμα, το καταπληκτικό φως. Επίσης, το δραματικό στοιχείο που πάντα μου άρεσε· μας συνδέει σαν λαό – είμαστε λίγο δραματικοί, είμαστε και ευδιάθετοι. Αυτή η ισορροπία κυριαρχεί στον τρόπο που δημιουργώ, χωρίς όμως να επισκιάζει τη γυναίκα ή τον άνδρα που φοράει το ρούχο. Μου αρέσει να λέω ιστορίες, έτσι το προϊόν αποκτά χαρακτήρα και ο καταναλωτής μπορεί να συνδεθεί συναισθηματικά μαζί του – τη χρειάζεται αυτή τη σύνδεση. Επιπλέον, στην Ελλάδα μπορεί να δει κανείς σε απροσδόκητα μέρη ανθρώπους με καλαισθησία. Είναι εκπληκτικό το ότι υπάρχει ακόμα αυτή η αυθεντικότητα· μπορείς να βρεις ένα παππού ή μια γιαγιά με πολύ πιο ενδιαφέρουσα άποψη από κάποιον «εξελιγμένο» άνθρωπο της πόλης. Αυτό με ενδιέφερε πάντα από την αρχή, αλλά και τώρα που έχει ωριμάσει ο τρόπος σκέψης μου και ο τρόπος που εργάζομαι.

Ως παιδί, ήμουν ένας ανιχνευτής. Μου άρεσε να ανοίγω τα ντουλάπια και τα συρτάρια κρυφά από τις γιαγιάδες και τις θείες, να ανοίγω κουτιά. Και τώρα ακόμη θέλω να βλέπω πώς γίνονται τα πράγματα και να τα επεξεργάζομαι ο ίδιος· μου αρέσει ακόμα να ράβω. Επίσης, καθοριστική ήταν η εμπειρία μου στο Σάλτσμπουργκ, που πήγα σε ένα σχολείο στο οποίο ήμουν το μοναδικό αγόρι, κάτι που δεν μου ήταν κατανοητό. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο για ένα αγόρι 15 χρονών που έχει συνηθίσει στην Αθήνα της δεκαετίας του ‘90 να συμβιβαστεί με τον τρόπο ζωής μιας μικρής και συντηρητικής πόλης όπως το Σάλτσμπουργκ. Ωστόσο, η αγάπη που έχει η Αυστρία για τη χειροτεχνία, κάτι μέσα στον τρόπο που διαμορφώνουν το προϊόν και έχουν καλλιεργήσει την κληρονομιά τους, με βοήθησε και με ενέπνευσε.

 

Αναφέρατε πριν ότι είδατε κάποιες ιδιωτικές και μουσειακές συλλογές. Υπάρχει κάτι που σας εντυπωσίασε πολύ; 

Ζήτησα να δω το εργαστήρι που φτιάχνονται οι στολές των Ευζώνων. Ήταν πραγματικά ιδιαίτερη εμπειρία. Μίλησα με τους ράφτες και μου εξήγησαν πολλά γύρω από τη στολή και το κέντημά της, για την έμπνευση, την ιστορία και τον συμβολισμό της. Επίσης, μία φίλη που έχω αποκτήσει εδώ και χρόνια, η Ιωάννα Παπαντωνίου, μου άνοιξε τις πόρτες του Λαογραφικού Μουσείου Ναυπλίου και μου έδειξε κάποια πολύ σημαντικά εκθέματα, ορισμένες ενδυμασίες στοιχεία των οποίων ήθελα να παρουσιάσω στην κολεξιόν. Βέβαια, δεν μου αρέσει να παίρνω τα πράγματα τόσο κυριολεκτικά. Μου αρέσει να δείχνουν μια λιτότητα, μια λεπτότητα, όχι να είναι εκκεντρικά απλά για να είναι· αυτά τα βρίσκω κακόγουστα.

 

Έχετε καταφέρει να διαμορφώσετε ένα όραμα για τη Zeus+Δione; 

Σίγουρα. Είναι κάτι που δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά αρχίζεις και καταλαβαίνεις την τάση του καταναλωτή ενώ προσπαθείς κι εσύ να τον εκπαιδεύσεις. Όπως είπα και πριν, μου αρέσει αυτό το απροσδόκητο που συναντάς στην επαρχία συνήθως και θα εμπνευστείς από μια γυναίκα που δεν έχει διαβάσει περιοδικό μόδας, δεν έχει αγοράσει ποτέ κάτι ακριβό, αλλά με έναν τρόπο – το πώς έχει κάνει τα μαλλιά, πώς στέκεται, πώς έχει συνδυάσει το κόσμημα – έχει μια κομψότητα επειδή τα στοιχεία είναι αυθεντικά. Αυτή η αυθεντικότητα, που μπορείς να την πάρεις και να την εξαντλήσεις στην Ελλάδα και να κάνεις κάτι με ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα, είναι το όραμά μου. Μου αρέσει να επιλέγει ο κόσμος τι θέλει να φορέσει και πώς· να αποτυπώνει το χαρακτήρα του στα ρούχα. Μου αρέσει η μόδα, αλλά παράλληλα δεν με ενδιαφέρει καθόλου ο μίζερος τρόπος της, το ότι πρέπει να είσαι «η τελευταία τάση», δεν με χαρακτηρίζει ως δημιουργό.

 

Τι είναι αυτό που απολαμβάνετε περισσότερο στην Ελλάδα;

Πραγματικά, το ότι είμαι κοντά στους ανθρώπους που αγαπώ. Επίσης, η παραμονή μου εδώ με έκανε να αναθεωρήσω την άποψή μου για κάτι. Θεωρούσα πολύ δύσκολο να επιστρέψω στον τόπο που γεννήθηκα, λόγω προκατάληψης. Είδα, όμως, ότι μπορείς να κάνεις κάτι ωραίο επαγγελματικά στην Ελλάδα, να δημιουργήσεις και εύχομαι να εμπνεύσω και άλλους να επιστρέψουν και να κάνουν κάτι όμορφο στην πατρίδα τους.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο τεύχος 254 των Νέων της Τέχνης (Μάρτιος 2021)