CRASH Ατομική έκθεση Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Έκθεση στο διαδίκτυο: CRASH Web, 1997

Μάνθος Σαντοριναίος: «Χρειαζόμαστε έναν μικρό πυρήνα έρευνας και δημιουργίας που θα συνδέεται με πολλούς άλλους αλλά και την ίδια την ζωή»

Η μακρά, διακριτική και πολύ σύγχρονη καλλιτεχνική πορεία του Μάνθου Σαντοριναίου ξετυλίγεται σε μια συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Κοροξενίδη σε δύο μέρη.

 

Πρωτοπόρος στην μελέτη και αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων στην τέχνη και εισηγητής αυτής της τάσης στην Ελλάδα, ο Μάνθος Σαντοριναίος, καλλιτέχνης, ερευνητής και από το 2000 και για τελευταία χρονιά καθηγητής στην ΑΣΚΤ, μιλά για μία μη-τεχνοφοβική σύγχρονη γλώσσα και κοιτάζει το μέλλον θέτοντας καίρια ζητήματα γύρω από την τέχνη και τον ψηφιακό πολιτισμό. Εχοντας μία αξιόλογη και ιδιαίτερη πορεία με διαφορετικές δραστηριότητες, ο Μάνθος Σαντοριναίος διευρύνει τον ορίζοντα των εικαστικών τεχνών και του ψηφιακού πολιτισμού.

Κάτω από την σχέση ψηφιακή πραγματικότητα και τέχνη συγκαταλέγονται πολλές διαφορετικές μορφές έκφρασης και εργαλεία. Ποιες είναι τελικά οι καλλιτεχνικές εκφράσεις κάτω από τον όρο ψηφιακό;  

Νομίζω ότι είναι χρήσιμο πριν την κουβέντα μας να δώσουμε το στίγμα της εποχής. Σήμερα που κάνουμε αυτόν τον διάλογο η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια επανεκκίνηση. Βαδίζουμε προς  μια νέα εποχή, όχι αναγκαστικά καλύτερη ή χειρότερη, σίγουρα όμως διαφορετική. Για το λόγο αυτό η ερώτηση δεν μπορεί να απαντηθεί άμεσα, εξάλλου δεν έχει καμία χρησιμότητα μια τέτοια απάντηση, αφού και η τέχνη θα κατέχει το μέρος που της αναλογεί  στη νέα κατάσταση.

Η γενική απάντηση είναι ότι ο Covid -19 συντελεί σε ραγδαίες εξελίξεις, εξελίξεις στις οποίες θα πρέπει όλοι να λάβουμε ενεργό μέρος αν θέλουμε το αποτέλεσμα να είναι θετικό. Θα επανατοποθετηθεί σταδιακά το θέμα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων το όραμα για μια νέα ζωή και τέλος θα αναδειχθεί μία καθαρότερη εικόνα για το ποιες είναι οι προοδευτικές ιδέες και ποιες είναι οι ιδέες της συντήρησης. Προς το παρόν όλα βρίσκονται σε σύγχυση και η τέχνη σαν ο καθρέφτης της κοινωνίας την εκφράζει με μεγάλη επιτυχία. Εκφράζει μια απόλυτη ασάφεια με μεγάλη σαφήνεια.  

Ως προς την ίδια την ερώτηση θα απαντήσω κάνοντας μια αναφορά στο παρελθόν: Την εποχή που είχα αφιερώσει το μεγαλύτερο δημιουργικό μου χρόνο στην εξήγηση και κυρίως προώθηση αυτού του χώρου στην Ελλάδα, μπορούσε τότε ένα άτομο να έχει μια πλήρη εικόνα αυτής της τάσης γιατί έκανε τα πρώτα της βήματα. Μου άρεσε να λέω τότε  ότι υπηρετώ μια τέχνη στην οποία όλοι οι καλλιτέχνες της είναι εν ζωή.  Σήμερα το ψηφιακό έχει διαστρωματωθεί άμεσα ή έμμεσα στις περισσότερες ανθρώπινες δράσεις, συνδυάζεται με πολλούς χώρους της ανθρώπινης έκφρασης,  αξιοποιείται, ευτυχώς εξίσου εύστοχα και δυναμικά τόσο από τις θετικές όσο και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, από την βαριά βιομηχανία, όσο και από τις πολιτιστικές – δημιουργικές βιομηχανίες. Δεν είναι η καλύτερη περίοδος ως προς τα αποτελέσματα, δεν θα εμφανιστούν  σύντομα τα μεγάλα αριστουργήματα, αλλά δοκιμάζονται, ανακαλύπτονται και επεκτείνονται τα νέα εργαλεία, δημιουργούνται σχολές και ερευνητικά εργαστήρια, γράφονται θεωρητικά κείμενα δημιουργούνται καλλιτεχνικά κινήματα.  Αναπτύσσεται το «ψηφιακό» σε πλάτος και βάθος. Αν εντάξουμε στο παραπάνω φαινόμενο τη νέα ψηφιακή λαϊκή τέχνη όπως αποκαλώ την τάση του καθενός να ασχολείται με καλλιτεχνικές εκφράσεις και να τις προβάλει, και τις δευτερεύουσες δράσεις για την τέχνη σε σχέση με την προώθηση, τα νέα συστήματα πώλησης και έρευνας, περιγράφουμε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον περιβάλλον το οποίο βρίσκεται σε αναδιαμόρφωση και προσφέρεται για παρατήρηση και δράση.

«Πλέον δεν υπάρχει αυτό το δέος για το εξωτερικό, που υπήρχε πριν το διαδίκτυο»

Έχεις πραγματοποιήσει πολλές συνέργειες με την Γαλλία, πχ. το 2012 με το Vacances ένα έργο σε εξέλιξη και σε συνεργασία με τον Robert Cahen. Υπάρχει κάποιο κέντρο ριζικών εξελίξεων γύρω από την ψηφιακή τέχνη αυτή την στιγμή;

Ο Robert είναι ένας καλός φίλος, ένας συνοδοιπόρος. Εδώ και 32 χρόνια κάνουμε μαζί διακοπές στο νησί της Τήνου, την ιδιαίτερη πατρίδα μου. Έχουμε πλέον ένα τεράστιο υλικό βίντεο από αυτήν τη «κοινή ζωή» με το οποίο αποφασίσαμε να κάνουμε ένα έργο βίντεο τέχνης. Η πρόταση μας είναι να έχει τη μορφή ενός φιλοσοφικού δοκιμίου. Έχει γίνει μια μεγάλη προεργασία εδώ και χρόνια, αλλά άλλες υποχρεώσεις το έχουν αφήσει πίσω. Είναι ένα έργο – ημερολόγιο ζωής, που κάποια στιγμή θα το ολοκληρώσουμε.

Κατά τα άλλα, να πω ότι πλέον δεν υπάρχει αυτή η υπεροχή, αυτό το δέος για το εξωτερικό, και για τα μεγάλα κέντρα συμπύκνωσης της δύναμης που υπήρχε πριν το διαδίκτυο. Σήμερα  θα έλεγα, ενδεχομένως να  συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: τα κέντρα αυτά έχουν ανάγκη την περιφέρεια γιατί στην περιφέρεια υπάρχει υλικό για έρευνα, ενδιαφέρουσες καταστάσεις και άτομα για να αξιοποιηθούν. Σήμερα οι νέοι καλλιτέχνες έχουν πολλές ευκαιρίες για συνεργασία σε μεγάλα δίκτυα και σημαντικά ιδρύματα. Είναι σημαντική αυτή η νέα συνθήκη η οποία δημιουργεί μια άλλη σχέση κέντρου και περιφέρειας, κρύβει όμως και ένα μεγάλο κίνδυνο, την αποικιοκρατία μιας άλλης μορφής.

Με βάση την παραπάνω λογική, υπάρχει ένα άτυπο δίκτυο στο οποίο συμμετέχω, ένα δίκτυο μικρών χώρων επεξεργασίας της γνώσης και της τέχνης, οργανώσεις που ασχολούνται με τη σύγχρονη ψηφιακή λαϊκή τέχνη, πανεπιστημιακοί χώροι, ερευνητικά κέντρα, επιστημονικά περιοδικά και βέβαια συνάδελφοι, και πολλοί φοιτητές και φοιτήτριες μου που είναι πλέον συνοδοιπόροι, από την Ικαρία μέχρι την Κίνα. Φέτος είναι η τελευταία χρονιά μου στη Σχολή. Επιστρέφω στο αγαπημένο μου εργαστήριο του Φούρνου, στο Fournos Lab, όπου θα πάρει υπόσταση  αυτό το δίκτυο που περιγράφω με συγκεκριμένα στοιχεία.

 

Η δική σου εκπαίδευση ξεκίνησε με σπουδές στην ζωγραφική, έπειτα στον κινηματογράφο και τη βιντεοτέχνη ενώ το 2006 ακολούθησε η διατριβή σου γύρω από την έρευνα της τέχνης στην ψηφιακή εποχή μέσω της μελέτης των τεχνητών συστημάτων οργάνωσης της ανθρώπινης μνήμης. Τί ήταν εκείνο που σε έκανε να στραφείς στο καινούριο;

«Το εργαστήριο του παππού, Αντώνη Βαρθολομαίου, στη Φαναριωτών 3»

Ήταν το επάγγελμα των δύο μου παππούδων και η περιέργεια και η τάση για ταξινόμηση που κληρονόμησα από την μητέρα μου. Ο παππούς μου, από την πλευρά της μητέρας μου, ήταν ένας καλλιτέχνης γυψαδόρος. Έκλεψε την τέχνη του τεχνητού μαρμάρου από έναν Ιταλό μάστορα στην Αλεξάνδρεια και την έφερε στην Ελλάδα. Ήταν πολύ μπροστά στη σκέψη. Όταν πήγε να ζητήσει την γιαγιά μου σε γάμο στην Άνδρο, ο πατέρας της του είπε:  μα πώς θα κάνεις οικογένεια; γη δεν καλλιεργείς, ζώα δεν έχεις, ούτε θα μπαρκάρεις στα καράβια. Τότε ο παππούς έβγαλε από την μέσα τσέπη του σακακιού του ένα μικρό σπαστό μέτρο και του απάντησε «με αυτό». Έτσι και έγινε, έκανε ένα πολύ δημιουργικό και δυναμικό εργαστήριο.

Το εργαστήριο ήταν στο ισόγειο ενός τριώροφου που είχε κτίσει ο παππούς για όλα του τα παιδιά. Εμείς μέναμε στον τρίτο όροφο. Κατέβαινα συχνά στο εργαστήριο όπου από πολύ μικρή ηλικία  είχα πιάσει στα χέρια μου πηλό, γύψο και χρώματα λαδομπογιάς, ενώ είχα νιώσει την πειθαρχία και την ηδονή της δημιουργίας. Σε κάποια γενέθλιά μου μου έφερε ξυλομπογιές και μπλοκάκια σπιράλ. Χρησιμοποιώ αυτά τα στοιχεία μέχρι και σήμερα και βέβαια πάντα έχω στο σακίδιο μου ένα μέτρο.

Από τον άλλο τον παππού έμαθα ένα από τα πιο σημαντικά κατασκευάσματα του ανθρώπου και την τελετουργία του: το ψωμί. Η προετοιμασία που ξεκίναγε από το προηγούμενο απόγευμα, τα ένζυμα που με την δράση τους συμμετείχαν στη δημιουργία, η τελική διαδικασία που ξεκίναγε πριν την ανατολή του ήλιου, ο απόλυτος έλεγχος μιας πολύ ισχυρής δύναμης, της φωτιάς, που αντί να καταστρέφει έψηνε το μαλακό ζυμάρι και τέλος οι μυρωδιές, αυτή η άυλη αίσθηση που γέμιζε τον χώρο. Είχα αναπτύξει μια ικανότητα να καταλαβαίνω τον χρόνο από τις μυρωδιές και να σέβομαι τον μόχθο των ανθρώπων για οποιαδήποτε δημιουργία. Επειδή δε ο φούρνος είχε μια βαριά τεχνολογία, μηχανές που έκαναν εκκωφαντικό θόρυβο, έμαθα από νωρίς να μην τις φοβάμαι και να νιώθω καλά μαζί με αυτές.

Τέλος, η μητέρα μου με επηρέασε με τον πιο περίεργο τρόπο. Ενώ είχε πολλά καλλιτεχνικά ταλέντα, ζωγράφιζε, έπαιζε καταπληκτικό πιάνο και τραγουδούσε, κυρίως μου πέρασε την φοβερή περιέργεια που είχε για το oτιδήποτε και τον τρόπο με τον οποίο εξερευνούσε μια νέα τοποθεσία ή ένα μηχανισμό, και τέλος, την μεθοδολογία με την οποία  αρχειοθετούσε το κάθε γεγονός. Σε κάθε αντικείμενο υπήρχε γραμμένη από την μητέρα μου η ημερομηνία αγοράς του και πολλές φορές ο λόγος, ενώ στη βάση των ξύλινων σκαμνιών εύρισκες όλες τις σημαντικές ημερομηνίες της οικογένειας. Aυτή η διαδικασία  εκείνη την εποχή με γοήτευε ιδιαιτέρως. Φάνταζε στο μυαλό μου   σαν ένα χειροποίητο google.

Το μίγμα αυτών των εμπειριών με έσπρωξε μέσα στον νέο κόσμο που γεννιόταν εκείνη την εποχή, των ιδεών, του μόχθου, της πειθαρχίας, της ταξινόμησης, των εργαλείων, της τεχνολογίας και της υπέρβασης των ορίων. Στα φοιτητικά μου χρόνια στο Παρίσι πολλές φορές έφερνα στην μνήμη αυτές τις αναμνήσεις που εμπλουτίσθηκαν με τις γνώσεις σημαντικών δασκάλων και την εμπειρία να τους βλέπεις να διδάσκουν: ο Frank Popper, ο Jean-François Lyotard, ο Edmond Couchot και άλλοι. Το Παρίσι, αυτή η πόλη-μουσείο και βιβλιοθήκη, που στη δεκαετία του ᾽70-᾽80 ενδιαφερόταν έντονα για τις νέες τεχνολογίες, καλλιέργησε αυτό που είχα μέσα μου.

 

Από τις πρώτες σου ενέργειες, ήδη από την δεκαετία του ᾽90, ήταν η δημιουργία του Φούρνου. Ο Φούρνος ήταν και παραμένει ένα εργαστήριο μελέτης. Από ποιά ανάγκη προέκυψε και τί στροφή έχει πάρει τελευταία;

Έχεις δίκιο, για μένα ο Φούρνος πάνω απ’ όλα είναι ένα εργαστήριο μελέτης. Ο Φούρνος έχοντας κρατήσει πολλές από τις συνήθειες της πρώτης περιόδου, τον μόχθο, τον σεβασμό στα μικρά της ζωής, τα φοβερά γλέντια, το στέκι των παιδιών της γειτονιάς μπροστά από την βιτρίνα του,  παραμένει  ένας ισχυρός τόπος, για όλα τα άτομα που δουλεύουμε για αυτόν και βέβαια τους φίλους του και συνεργάτες.  Δεν τα αναφέρω όλα αυτά με μία τάση μελαγχολίας και επιστροφής στο παρελθόν. Η τεχνοκρατική μου πλευρά δεν θα το επέτρεπε  Την εποχή του Covid μέσα στην απομόνωση ξεκίνησα μια σε βάθος μελέτη για το νέο στάδιο του Fournos Lab και του φεστιβάλ Mediaterra.  Έφτασα στο συμπέρασμα ότι ενδεχομένως αυτό που χρειάζεται στην εποχή μας δεν είναι ένα φεστιβάλ όπως το Mediaterra που διοργανώναμε με μεγάλη επιτυχία, αλλά  ένας  μικρός πυρήνας έρευνας και δημιουργίας που θα συνδέεται με πολλούς άλλους αλλά και με την ίδια την ζωή. Θα είναι ένας χώρος πολύ μικρός,   καθόλου φλύαρος και εγωπαθής, και δεν θα φοβάται την αποτυχία, όπως όλα τα εργαστήρια που ασχολούνται στις παρυφές του συστήματος με την αναζήτηση του μη διατυπωμένου. Βέβαια ο ΦΟΥΡΝΟΣ θα συνεχίσει να είναι και ένας θεατρικός χώρος για ενήλικες και παιδιά, μια μορφή που αγαπήθηκε από το κοινό και τους καλλιτέχνες και που εδραιώθηκε με πολύ δουλειά από την Ντοντό Σαντοριναίου και τους συνεργάτες της.

 

 

Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης του Μάνθου Σαντοριναίου θα δημοσιευθεί την επόμενη βδομάδα.