Η Virginia Russolo με ένα Altar Map (χάρτη βωμού) στην Κρήτη, 2021

Γιατί η Κρήτη γίνεται πόλος έλξης για μια καλλιτέχνιδα με διεθνείς καταβολές;

 

Μια συζήτηση για τη φύση και την πνευματικότητα με την εγκατεστημένη στα Χανιά Ιταλίδα καλλιτέχνιδα Virginia Russolo.

Παρότι διαγράφει την πορεία της σε τρεις διαφορετικές ηπείρους, η Ιταλίδα εικαστικός Virginia Russolo, δεν ορίζει τον εαυτό της ως «πολίτη του κόσμου». Μεγάλωσε μεταξύ Πόρτλαντ (ΗΠΑ), Τόκιο και Οξφόρδης, μεταφέρθηκε για λίγο στο Άμστερνταμ και από εκεί στην Κρήτη, όπου εγκαταστάθηκε στα τέλη του 2020. Η μετάβαση της στα Χανιά ήταν μία εξαιρετικά συνειδητή επιλογή: «Ένιωσα εξαρχής πως στην Κρήτη υπήρχε κάτι που αναζητούσα και θα τροφοδοτούσε τη δουλειά, τη ζωή και την έρευνά μου. Κινητήριος δύναμη αυτής της απόφασης ήταν η εγγύτητα στη μινωική αρχαιολογία και η δυνατότητα στενής επαφής με τα ζώα και τα ζωικά υλικά».

Με μια Αθήνα όπου οι -ανεξάρτητες- εικαστικές πρωτοβουλίες ανθίζουν ακόμη και σε καιρό πανδημίας, η επιλογή της αποκέντρωσης ίσως ξαφνιάζει. «Ερχόμενη εδώ έλαβα την επιβεβαίωση πως υπάρχει ένας ισχυρός πόλος. Επέλεξα την Κρήτη και όχι την Αθήνα γιατί ένιωσα την ανάγκη να «βυθιστώ» σε μια κατάσταση, όπου η αίσθηση του χρόνου και ο ρυθμός που χαρακτηρίζει τη ζωή των άνθρωποι εδώ, ευθυγραμμίζεται με τον τρόπο εργασίας μου», εξηγεί.

Το έργο της Russolo συγκεντρώνει στοιχεία γύρω από την πνευματικότητα και την τελετουργία, την διερεύνηση οργανικών υλικών, όπως το κερί μέλισσας, το λίπος και η γούνα ζώων. Η πρακτική της δανείζεται στοιχεία από τις επιστήμες της Αρχαιολογίας και της Ανθρωπολογίας, δύο κλάδους που συχνά συγκλίνουν τείνοντας να κατηγοριοποιούν αντικείμενα που φέρουν εντός τους έναν αυξημένο συμβολισμό. Θρησκευτικά αντικείμενα, λείψανα, κτερίσματα και φετίχ, μετατρέπουν την ύλη σε ένα δοχείο αφηρημένης έννοιας. Αν κάποιος έχει επισκεφθεί το Μουσείο Ανθρωπολογίας Pitt Rivers της Οξφόρδης ίσως βρει κοινούς τόπους με όσα περιγράφει η εικαστικός. «Κατά την διάρκεια των σπουδών μου στο Ruskin School of Art του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, βρήκα ένα ‘σπίτι’ στο Pitt Rivers. Παρατηρώντας τα αντικείμενα,  αντιλήφθηκα πως ο στόχος τους ήταν παρόμοιος με εκείνον των δικών μου έργων: η μετατροπή της ύλης σε αντικείμενα που συμπυκνώνουν τη ζωή».

«Fat circa 1425-1535BC» από την έκθεση «Diari Tra Diari» στο Fondazione Spinola Banna per L’Arte, Poirino 2019 (Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας και του Fondazione Spinola Banna, φωτο. Guido Suardi)

 

Η Russolo μελετά τις δομές, τη δυναμική και τις προεκτάσεις της τελετουργίας, βρίσκοντας σε αυτή ένα κοινό γλωσσικό ιδίωμα, ένα εύφορο έδαφος για να προσεγγίσει εικαστικά την ύλη. «Αφετηρία μου είναι να χρησιμοποιώ την αντίληψή μου για εκείνα που δεν μπορούν να ιδωθούν», λέει χαρακτηριστικά. Επεξεργάζεται το κερί μέλισσας, τη λανολίνη, τις κυψέλες και άλλα οργανικά υλικά και ζωικά παράγωγα υπογραμμίζοντας τη δύναμη και τον πλούτο της βιολογικής και ενεργειακής πληροφορίας. «Νιώθω ζωντανή όταν βρίσκομαι σε επαφή με τη δύναμη που βρίσκεται εντός της ύλης».

Όλες αυτές οι συνομιλίες επαυξάνονται στο φυσικό τοπίο της Κρήτης. Υπάρχει μία έντονη σύνδεση μεταξύ εαυτού, φύσης και υλικών που προκύπτει απ’ την καθημερινή επαφή. Μέλισσες, σφίγγες, λάδι, μέλι, μελισσοκέρι και άλλα ζώα βρίσκονται παντού τριγύρω. Αυτός ο φυσικός και πνευματικός δεσμός μεταξύ ανθρώπων, ζώων και φυτών είναι βαθιά ριζωμένος στην παράδοση ήδη από τη μινωική εποχή και υπάρχει διάχυτος ως σήμερα. «Μέσω της δουλείας μου βρήκα έναν τρόπο να μην αποκλείω τον εαυτό μου από τις υπέροχες πιθανότητες που υπάρχουν στη γη». Η καλλιτέχνιδα καθιστά σαφές πως «δεν είμαστε αποκομμένοι από τη φύση, είμαστε μέρος της και ακολουθούμε τους ίδιους ρυθμούς, όσο κι αν δεν το παραδεχόμαστε. Στο σημείο που βρισκόμαστε τώρα ως ανθρωπότητα, πρέπει να το αφουγκραστούμε». Όμως αυτό προϋποθέτει προσπάθεια και εκπαίδευση. Η πανδημία ίσως να επιβράδυνε τα πράγματα, αλλά ο περιορισμός λειτούργησε ευεργετικά για την ίδια. «Χρειαζόμουν χρόνο για να βρεθώ σε κατάσταση απόλυτης παρατήρησης. Αισθάνομαι πλέον, περισσότερο από ποτέ, την ευθύνη να μοιραστώ τη ζωτική δύναμη που νιώθω μέσω της δουλειάς μου».

Σε αντίθεση με τις χαρακτηριστικές της ταπισερί μεγάλων διαστάσεων, η νέα σειρά έργων Μappe Altari λαμβάνει μικρότερη κλίμακα και γλυπτική διάσταση, και συνοψίζει νοηματικά όλα τα παραπάνω. Πρόκειται για φορητά έργα που λειτουργούν ως «εργαλεία» για την εξερεύνηση άυλων τόπων. Φορητά καθώς είναι επιτρέπουν τη σύνδεσή με το εξωτερικό περιβάλλον κρατώντας πάντοτε σταθερή την υλική πληροφορία εντός του έργου.

Η δουλειά της Russolo βρίσκει γόνιμο διάλογο μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Το ελληνικό κοινό τη γνώρισε στην 7η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης και την K-Gold Temporary Gallery. Η ίδια σημειώνει, μάλιστα, πως ο επιμελητής Νικόλας Βαμβουκλής υπήρξε καίριο πρόσωπο για την ανάπτυξη των δεσμών της με τη χώρα. Τέλος, τον Μάιο έργα της θα παρουσιαστούν στη Mediterranea 19 Young Artist Biennale και στη Nicola Pedana Gallery σε επιμέλεια Domenico de Chirico.