Photo: Σοφία Μανώλη

Blaine L. Reininger: «Η Αθήνα είναι σαν σύζυγος»

Η σάγκα του ιδρυτικού μέλους των εμβληματικών art punks Tuxedomoon, από το Πουέμπλο του Κολοράντο έως την Αθήνα μέσω Σαν Φρανσίσκο και Βρυξελλών.

 

Στις 17 Μαΐου 1998 έφτασα στην Ελλάδα. Οι περιστάσεις του ερχομού μου δεν ήταν ρόδινες. Η γυναίκα μου ήταν άρρωστη, πέθαινε. Η μετάβασή μας πληρώθηκε από έναν φίλο του Νίκου Τριανταφυλλίδη: νοίκιασε ένα βανάκι με οδηγό, όπου φορτώθηκαν όλα τα επίγεια αγαθά μου, η γυναίκα μου κι εγώ. Πήγαμε οδικώς από τις Βρυξέλλες στην Ανκόνα περνώντας πάνω από τις Άλπεις. Φτάσαμε στο Χαλάνδρι, στο οικογενειακό κτιριακό συγκρότημα Τριανταφυλλίδη: μια πολυκατοικία του πατέρα του κι απέναντι άλλη μία, όπου ήταν τα γραφεία και το στούντιο ηχογραφήσεων. Έμοιαζε με αυτό της οικογένειας Κορλεόνε! Έκτοτε, ποτέ δεν έκανα κάποια σοβαρή απόπειρα να δραπετεύσω. Πάντα άφηνα να με οδηγεί η ζωή, σαν φύλλο που το παρασέρνει χείμαρρος. Ο Νίκος έβρισκε για μένα διάφορες ευκαιρίες. Πρώτα έκανα ραδιοφωνική εκπομπή στον Rock FM. Ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ να κάνω. Μου γνώρισε τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, που υπήρξε σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου: ίσως αν δεν ήταν αυτός, να είχα φύγει. Γύρισα στις ΗΠΑ το 1999 για πρώτη φορά ύστερα από 17 χρόνια. Είχαν αλλάξει τόσο, που ένιωθα σαν ξένος. Ήταν πρόεδρος ο Κλίντον, περίοδος ευημερίας. Τα κοίταζα όλα θαμπωμένος και σκεφτόμουν να επιστρέψω. Όμως, πιθανότατα θα κατέληγα να δουλεύω σε σούπερ-μάρκετ, δεν υπήρχαν ευκαιρίες καριέρας για μένα εκεί. Γύρισα για την παράσταση του «Αγαμέμνονα» – παρόλο που τα λεφτά ήταν ελάχιστα. Μέσω του Μαρμαρινού γνώρισα ανθρώπους από τον χώρο του θεάτρου, όπως τον Άλμπρεχτ Χίρχε, με τον οποίο συνεργάστηκα πολύ. Έτσι γνώρισα και τη γυναίκα μου, Μαρία Πανουργιά.

Τυχαία βρέθηκα στην Ελλάδα. Σε αυτήν τη χώρα, όμως, έχω ένα δίκτυο υποστήριξης που δεν είχα πουθενά αλλού. Μπορεί να ήθελα να ζήσω στην Ιταλία –μιλάω ιταλικά πολύ καλύτερα από ό,τι ελληνικά–, όμως εδώ έχω πια υπηκοότητα, ΑΜΚΑ, άδεια εργασίας, έχω έναν γιο… Όσο περισσότερο έμενα, τόσο περισσότερο ρίζωνα. Τώρα δεν έχω λόγους να σκεφτώ ποτέ να φύγω. Εδώ θα πεθάνω. Είναι παράξενο. Όταν άφησα το Βέλγιο, σκεφτόμουν πως αυτό ήταν, πως η ζωή μου τελείωσε όταν πέθανε η γυναίκα μου. Δεν μπορούσα πια να γράψω τραγούδια και πίστευα πως η συνέχεια θα ήταν απλώς σαν μια ηχώ της προηγούμενης ύπαρξής μου. Αποδείχτηκε πως ήταν ακριβώς το αντίθετο. Μια άλλη ζωή ανοίχτηκε για μένα εδώ. Έκανα περισσότερα πράγματα από όσα είχα κάνει. Πήγα σε περισσότερα μέρη. Ήμουν σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι πριν. Είχα περισσότερες ιστορίες να πω, δεν ήταν το τέλος, μόνο ένα διάλειμμα πριν από την Τρίτη Πράξη.

Το Πουέμπλο, η γενέτειρά μου, είναι σαν την παλιά Άγρια Δύση. Όταν γύρισα το 1999 έχοντας ζήσει σε πυκνοκατοικημένα μέρη της Ευρώπης, είδα πόσο απλωμένο είναι το Κολοράντο. Τα σπίτια δεν έχουν πάνω από ένα ή δύο ορόφους. Έχεις μια αίσθηση όπως στη μουσική του Ry Cooder! Ως νέος κατάλαβα πως ήμουν στο πουθενά. Όπως λέει ο Neil Young, «Everybody Know This Is Nowhere…». Σκέφτηκα: αυτό δεν είναι μέρος για μένα. Δεν ήμουν ικανός να εκτιμήσω πόσο όμορφο ήταν, ήθελα να βρω μια πόλη. Έφυγα το 1976 για το Σαν Φρανσίσκο.

Το Σαν Φρανσίσκο έχει δυσανάλογη θέση στο πολιτιστικό τοπίο της Αμερικής: δεν είναι μεγάλο, είχε τότε κάτω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Όμως βλέπεις την πόλη και θυμάσαι όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί εκεί. Είναι σαν αυτά τα τοπία να έχουν χαραχτεί μέσα σου. Το λάτρεψα και το λατρεύω ακόμα. «I left my heart in San Francisco…» Δεν ήθελα να φύγω, δεν καταλάβαινα γιατί οι άλλοι Tuxedomoon ήταν δυστυχισμένοι εκεί. Ένιωθα σαν να με ξεριζώνουν. Συμφώνησα, για να μην αφήσω το συγκρότημα, που άρχιζε να έχει επιτυχία.

Ένας λόγος που μπορούσαμε να επιζήσουμε στο Σαν Φρανσίσκο και τις Βρυξέλλες ήταν ότι τότε όλοι εγκατέλειπαν την πόλη για τα προάστια. Όλα ήταν άδεια, τα ενοίκια ήταν πάμφθηνα για τεράστια διαμερίσματα. Υπήρχε μια παράξενη μουσική σκηνή εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Έρχονταν συγκροτήματα της Factory, επειδή τα στούντιο ηχογραφήσεων ήταν φθηνότερα από ό,τι στην Αγγλία. Όμως, οι Βρυξέλλες ήταν γκρίζες, έβρεχε όλη την ώρα, οι άνθρωποι έδειχναν δυστυχισμένοι. Αυτοί που έκαναν κουμάντο ήταν 40-50 χρονών, η γενιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν σαν να πενθούσαν, τους περιέβαλε η αχλή της τραγωδίας. Αυτές ήταν οι Βρυξέλλες που βρήκαμε: ένα βροχερό μέρος με ενδοσκοπική ατμόσφαιρα και ελάχιστες ευκαιρίες.

Η Ελλάδα έχει γίνει πιο κοσμοπολίτικη – σε άλλους αρέσει αυτό, σε άλλους όχι. Λόγω της τεχνολογίας, μπορείς να κάνεις εδώ ό,τι οπουδήποτε αλλού, αν έχεις πρόσβαση στον ίδιο εξοπλισμό. Η Αθήνα είναι σαν σύζυγος: έχει υπέροχες, ελκυστικές ποιότητες και άλλες εντελώς απωθητικές. Μπαίνεις σε ένα ταξί και κινδυνεύεις να έρθεις στα χέρια με τoν ταξιτζή – εδώ δεν υπάρχουν πολιτισμικοί περιορισμοί που να τους εμποδίζουν να επιδεικνύουν την ηλιθιότητά τους. Αυτό έχει τα καλά του: υπάρχουν λιγότερες εκρήξεις οργής από ό,τι στην Αγγλία, όπου οι άνθρωποι καταπνίγουν όλο τους τον θυμό και την πικρία. Εδώ οι άνθρωποι έχουν καθημερινές αντιπαραθέσεις, δεν περιμένουν δέκα χρόνια για να πάρουν ένα όπλο και να σκοτώσουν τους πάντες στο γραφείο τους! Νιώθω σαν στο σπίτι μου. Νιώθω ασφαλής.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο τεύχος #1 της The Art Newspaper Greece (Ιούνιος – Ιούλιος 2021) στο πλαίσιο του αφιερώματος «Αθήνα: Αστικό πεδίο και πολιτιστικοί νομάδες».

TAGS