Το καλλιτεχνικό φαινόμενο «Κόντογλου»

Ημερίδα για τον Αϊβαλιώτη πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη στη Βουλή των Ελλήνων, με στόχο να φωτιστεί το πολύπτυχο έργο του την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Το 1920 ο Φώτης Κόντογλου είναι μόλις 25 χρόνων. Η δεκαετία που ακολουθεί είναι από τις πιο κρίσιμες στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού, διότι συνιστά μετάβαση σε κάτι καινούργιο: έχουμε τη δεύτερη άλωση της Μικράς Ασίας και την πρωτόγνωρη σε δυσκολίες εγκατάσταση του προσφυγικού κόσμου. Σε αυτά τα χρόνια, ο πυρακτωμένος Μικρασιάτης ανοίγεται σε ένα εύρος δραστηριοτήτων, που θα ήθελε, όχι έναν, αλλά πολλούς δημιουργούς για να τολμήσουν – και να πετύχουν – το επίτευγμά του στις τέχνες και στα γράμματα. Ευθύς, λοιπόν, να πούμε ότι στη χθεσινή ημερίδα ο Κόντογλου αναδεικνύεται από πολύ νωρίς σε αυθεντικό καλλιτέχνη, πρωτοπόρο στον καιρό του, που κατασταλάζει ιδεολογικά στα τέλη του Μεσοπολέμου. Δεν θα μπορούσαμε στα πλαίσια του σημειώματος να παρουσιάσουμε εξαντλητικά τις πολλές και πυκνές ομιλίες που ακούστηκαν από πανεπιστημιακούς δασκάλους, ιστορικούς τέχνης και συγγραφείς. Σταχυολογούμε μόνο ορισμένα σημεία που παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως προς την καλλιτεχνική του προσωπικότητα συνολικά.

Σε μια σειρά άρθρων που μελέτησε ο Καθηγητής Λάμπρος Βαρελάς από την τοπική εφημερίδα της Μυτιλήνης «Ελεύθερος Λόγος» (το υλικό έχει παρουσιάσει στο κοντινό παρελθόν κι ο Καθηγητής Ε. Ματθιόπουλος), βλέπουμε, μεταξύ άλλων, πώς αντιλαμβανόταν ο Κόντογλου μια εικαστική έκθεση. Πρωτοεκθέτει στο νησί το 1923 μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαλέα. Σε δημοσιεύματα, λοιπόν, εξηγεί ότι ο καλλιτέχνης στην Ελλάδα οφείλει, πέρα από το εκθεσιακό γεγονός, να προετοιμάζει το κοινό, όπως περίπου κάνουν οι τεχνοκρίτες στο Παρίσι. Δίνει έτσι πρακτικές συμβουλές αισθητικής αγωγής για την εκπαίδευση του κοινού, όπου εκτός από τον θαυμασμό του για την βυζαντινή τέχνη, προχωρά σε μια κριτική αποτίμηση της πρότασης του Μαλέα. Ο Κόντογλου είναι πρακτικός νους∙ όχι απλώς «νομιμοποιείται» να μιλήσει για τη δουλειά του στα μέσα της εποχής – όπως σήμερα οι καλλιτέχνες στα social media – αλλά θεωρεί καθήκον του καλλιτέχνη να προσφέρει με αυτόν τον τρόπο στην αισθητική παιδεία του τόπου. Και το κάνει όχι με επίπλαστη ευγένεια, αλλά τραβώντας το χαλινό όπου νιώθει ότι αδικείται. Απευθύνεται προσωπικά στους πλούσιους Μυτιληνιούς που δεν αγόρασαν τα έργα της έκθεσης, διότι κι αυτοί με τη σειρά τους έχουν αντίστοιχο καθήκον: να στηρίζουν τους πνευματικούς τεχνίτες.

Το ίδιο το περιβάλλον του καλλιτέχνη έδωσε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, παρουσιάζοντας το βραχύβιο, αλλά αξιοπρόσεκτο περιοδικό Φιλική Εταιρεία στο οποίο ο Αϊβαλιώτης είχε κεντρικό ρόλο ως επιμελητής. Η παρουσία του στιβαρού χεριού του είναι φανερή σ’ όλα τα κείμενα, σ’ όλες τις σελίδες – και βέβαια στα σκίτσα! Υπήρχε μια ενότητα ύλης, μια σταθερή διέπουσα μέσα σε όλη την ύλη, που το κάνει «χρόνια μετά να διαβάζεται» θα πει ο Ζουμπουλάκης. Ο συγγραφέας έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους συνεργάτες του περιοδικού: Κώστας Βάρναλης (που η έκδοση του στάθηκε για το Φως που καίει), Δημήτρης Πικιώνης, Στρατής Δούκας, Γιωσέφ Ελιγιά, Βάσος Δασκαλάκης, Μάρκος Αυγέρης και ο εικοσάχρονος τότε Ηλίας Ηλιού που με το ψευδώνυμο «Επαρχιώτης» δημοσιεύει το «πώς γράφεται στην Ελλάδα η κριτική;». Ο Κόντογλου θα δει και θα εμπιστευθεί την κρίση του Ηλιού, παρά το νεαρό της ηλικίας. Μπορούμε να αναλογιστούμε πόσο γερό κριτήριο είχε ο επιμελητής; αναρωτήθηκε ο ομιλητής κι εμείς μαζί του: μπορούμε άραγε να φανταστούμε τι έργο θα άφηνε αυτό το περιοδικό τέχνης και ελέγχου αν είχε μεγαλύτερο βίο; Κρατήθηκε μόλις για έξι μήνες το 1925.

Εντυπωσιακός στην ομιλία του ήταν ο Κώστας Σπαθαράκης, που παρουσίασε στέρεα και πειστικά την αξία του Πέδρο Καζάς στη νεοελληνική πεζογραφία. Ο μεταφραστής και εκδότης είχε τόσο καλά βιωμένο το μοντερνιστικό αριστούργημα (γράφτηκε στο Παρίσι, όταν ο Κόντογλου δεν ήταν ούτε 19 χρόνων), που προσφέρει μια νέα ανάγνωση, αλλά και τη θέση που πρέπει στην «πρωτάκουστη ιστορία του Σπανιόλου κουρσάρου». Έπεισε για το γεγονός ότι ακόμη και οι σύγχρονοι υπερασπιστές του Κόντογλου δεν αναγνώρισαν τη νεωτερικότητα και τον ιδρυτικό χαρακτήρα του βιβλίου, μένοντας στον ιδιότυπο εξωτισμό του και έδειξε την ιδεολογική ταύτιση του βιβλίου με την «Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν.

Τι μεσολαβεί λοιπόν από τον μοντερνισμό του Πέδρο Καζάς στην άκαμπτη ιδεολογική ταυτότητα του δημιουργού; Ας επιτραπεί εδώ μία προσέγγιση, όχι χωρίς δισταγμούς, για την αλλαγή της στάσης του καλλιτέχνη, το γιατί αυτής της μεταστροφής. Ο Κόντογλου πίστευε ότι ο θάνατος της θρησκείας είναι η Αισθητική. Επειδή η αισθητική είναι ξένη και εχθρική προς την πίστη, είναι αναίρεση της πίστης. Μια όμορφη λειτουργία είναι παράσταση. Μια όμορφη εικόνα είναι ζωγραφιά. Δεν υπάρχουν όμορφες θρησκείες. Ο Κόντογλου λοιπόν απέρριπτε τις δυτικές μαντόνες γιατί πίστευε ότι παρασταίναν τις όμορφες. Για να είναι κάτι όμορφο, πρέπει να μην έχει θρησκευτική σημασία, να έχει αποκοπεί από τη θρησκευτικότητά του. Η πραγματική του χρήση πρέπει νάναι ανάμνηση, να μη λειτουργεί πια, να μη λειτουργεί εδώ.

Γιατί μεταμορφώθηκε σε ζηλωτή; Η προσφυγιά του ’22, μόλις στάθηκε στα πόδια της, έστρεψε αμέσως τα πυρά της κατά της «ελλαδικής» αντίληψης των παλιών λογίων, επαναφέροντας στη βάση τους το Βυζάντιο και τη λαϊκή παράδοση. Στο θέμα αυτό ο Κόντογλου υπήρξε ανυποχώρητος και σφοδρός πολέμιος. Σήμερα ακούγεται έξαλλος και απαράδεκτα απόλυτος, θα πρέπει όμως να κατανοηθεί στα πλαίσια του αγώνα που δόθηκε. Δεν είναι ο λόγος ενός ήσυχου αγιογράφου, αλλά έκφραση του αγώνα που έδινε με την ψυχή στο στόμα.

Την ημερίδα με τίτλο “Επίσκεψις Φώτη Κόντογλου” οργάνωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία. Την επιστημονική επιτροπή της ημερίδας απάρτισαν οι: Σταύρος Ζουμπουλάκης (πρόεδρος), Ιωσήφ Βιβιλάκης, Χρήστος Μαργαρίτης, Ειρήνη Οράτη, Δημήτρης Παυλόπουλος. Κατά τη διάρκεια της άνοιξαν πολλά μέτωπα για συνέχεια και αναμένουμε με ενδιαφέρον τα πρακτικά της.

 

TAGS