Το «Ατελιέ Σπύρου Βασιλείου» και η μοίρα των ιδρυμάτων στην χώρα μας

Χθες, Τετάρτη, προγραμματίστηκε ο εκπλειστηριασμός του μουσείου Σπύρου Βασιλείου κάτω από την Ακρόπολη, στην οδό Γουέμπστερ 5. Δεν έχει γίνει ακόμη γνωστός ο πλειοδότης και η τύχη του κτίσματος. Ακόμη ένα μπουτίκ ξενοδοχείο; Και λοιπόν; Τα πράγματα αλλάζουν πάντοτε, αν πράγματα είναι τα κτίρια και οι άνθρωποι. Και επιτέλους, αφού το μουσείο ήταν κλειστό από το 2016, τι έπρεπε να γίνει; Να παραμείνει κλειστό αενάως; Το ζήτημα είναι ότι το συγκεκριμένο μουσείο δεν έφερε απλώς το ίχνος του ζωγράφου, δεν ήταν δηλαδή μια ζωγραφική «κιβωτός» προσωπικού χαρακτήρα. Έκλεινε μια εποχή. Ο μπαρμπα-Σπύρος πλούτισε το ζωγραφικό του έργο με την εμπειρία της αθηναϊκής ζωής. Τα κούλουμα, το πέταγμα του χαρταετού, η θέα από το μπαλκόνι του σπιτιού καταγράφηκαν στη ζωγραφική του ως οργανικό κομμάτι της πόλης σε μία εκτεταμένη τοπιο-γραφία της Αθήνας, ενώ το ίδιο το εργαστήριο έγινε τοπόσημο της γιορτής, καθώς κάθε χρόνο την Καθαροδευτέρα άνοιγε τις πόρτες του στον κόσμο (κι όχι μόνο στο σινάφι των καλλιτεχνών).

Αυτή η ανοιχτοσύνη συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, όπου το εργαστήριο έγινε μουσείο, αφιερωμένο, κυρίως, σε δράσεις εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Για τη μετατροπή του σπιτιού χρειάστηκαν ελάχιστα προκειμένου να διατηρηθεί αλώβητη η αίσθηση της ατμόσφαιρας που έχει ένας ιδιωτικός χώρος. Εκεί, έβλεπες το καβαλέτο του, τα βιβλία, τα διακοσμητικά αντικείμενα που είχε διαλέξει μαζί με 60 από τα πολυάριθμα ζωγραφικά του έργα. Βεβαίως, το εγχείρημα υποστηρίχθηκε από το ελληνικό κράτος. Η πρόταση της οικογένειας με τίτλο «προβολή και παρατακαθήκη του έργου του ζωγράφου Σπύρου Βασιλείου», εντάχθηκε στο γ΄ κοινοτικό πλαίσιο στήριξης σε μια εποχή που έρρεε το χρήμα άφθονο (το άνοιγμα του μουσείου έγινε το 2004). Δεν ξέρουμε ποια λάθη, παραλείψεις, τι οδήγησε το μουσείο στον εκπλειστηριασμό. Ωστόσο, η αφασία με την οποία δεχόμαστε το οριστικό τέλος των πραγμάτων λέει πολλά για τις απαιτήσεις της κοινωνίας σήμερα.

Η τύχη μιας συλλογής έργων τέχνης και η μοίρα ενός ιδρύματος θα έπρεπε να απασχολεί την κοινή γνώμη. Για παράδειγμα, το βρετανικό κοινό απασχόλησε η αντιδικία των ανθρώπων του ιδρύματος Χένρυ Μουρ με τη μοναχοκόρη του γλύπτη και στις Η.Π.Α. σηκώθηκε ψηλά η υπόθεση με την πώληση έργων του Ρόθκο που έριξε βαριά τη σκιά της στην καριέρα του Στάμου. Εδώ πάλι, ο κύκλος ζωής ενός ιδρύματος είναι συνήθως σύντομος κι όταν ανοίγεται στον χρόνο, η φυσιογνωμία του αλλοιώνεται από τους σκοπούς των διαχειριστών. Λησμονείται η αρχική του ταυτότητα και πολύ συχνά, καταλήγει παραμάγαζο με βιτρίνα το καλλιτεχνικό όνομα.

«Κάποτε όλοι κάνανε ίδρυμα για τη διασφάλιση των έργων. Τα τοποθετούσαν με υπερτιμολόγηση και το κράτος είχε την υποχρέωση να τα συντηρεί. Έτσι, όμως, έγινε κατάχρηση και ο τόπος γέμισε ιδρύματα». Ο πολύπειρος Χάρης Καμπουρίδης μου έλεγε ότι τη μοίρα των κληροδοτημάτων διασφαλίζει η παρουσία των επιγόνων στο διοικητικό συμβούλιο, αναφέροντας το επιτυχημένο παράδειγμα του Μπενάκη. Κι εδώ πρέπει να σημειωθεί η πολύτιμη προσθήκη της Πινακοθήκης Χατζηκυριάκου – Γκίκα και του εργαστηρίου Γιάννη Παππά στο μουσείο, που έχουν παρόμοιο χαρακτήρα με το ατελιέ του Βασιλείου. Και τα δυο, είναι στο είδος τους μοναδικά.

Άλλη πετυχημένη εξαίρεση «οικογενειακού» ιδρύματος είναι το μουσείο Βορρέ στην Παιανία, που ονειρεύτηκε ο ευπατρίδης Ιων Βορρές και συνεχίζει η τρίτη γενιά της οικογένειας με τεχνογνωσία και καλές εκθέσεις. Χιλιάδες μαθητές από την ανατολική Αττική επισκέπτονται κάθε χρόνο την πινακοθήκη που φέρνει επιτυχημένα τη λαϊκή τέχνη δίπλα στη νεότερη καλλιτεχνική δημιουργία. Εκτός από τη γερή συλλογή με τους σύγχρονους καλλιτέχνες, μπορούμε να δούμε ένα αντιπροσωπευτικό σύνολο από εμβληματικά έργα του Γιάννη Σπυρόπουλου. Δεν ξέρω αν ποτέ δούμε τα έργα αυτά στο αθηναϊκό κέντρο, όπως θα ήθελαν οι άνθρωποι του ιδρύματος Γιάννη και Ζωής Σπυροπούλου, τουλάχιστον «ζούνε» σε ένα ολοζώντανο μουσείο κι όχι ξεχασμένα σε αποθήκες.

Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η συνέχεια μιας συλλογής κατοχυρώνεται από συγγενικά μέλη του δημιουργού ή από μέλη του φιλικού περιβάλλοντος. Ακόμη κι αν υπάρχει η παιδεία, ο χρόνος και η καλή θέληση από τα μέλη, μετράνε κι άλλοι παράγοντες. Το μείζον στοιχείο είναι το ειδικό βάρος, η απήχηση του καλλιτέχνη πέρα από την εποχή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διεθνής Τάκις, ακόμη κι αν το ίδρυμα του, το Κέντρο Ερευνών για την Τέχνη και τις Επιστήμες, βρίσκεται μακριά από την Αθήνα (στο λόφο Γεροβουνό), μπορεί και αιμοδοτεί εκπαιδευτικές δράσεις και υποτροφίες. Πιο σημαντικό ακόμη θεωρώ το να μπορεί ένα ίδρυμα να αυτοχρηματοδοτείται, παράγοντας έργα. Την πρακτική αυτή ακολουθεί το ίδρυμα Ζογγολόπουλου που έχει εξαιρετική παρουσία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ίσως, η μοίρα ενός ιδρύματος συνδέεται καλύτερα με έναν τόπο. Αυτό εξηγούσα με το παράδειγμα του Μόραλη και τη δημοτική πινακοθήκη Άρτας

 Οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται εν πολλοίς από τη δράση (και την κουλτούρα) του επικεφαλής δημάρχου, αλλά έχουμε παραδείγματα μουσείων που μπορούν και στέκονται στα πόδια τους, έξω από επιτυχημένους ή αδιάφορους τοπικούς άρχοντες. Τέτοιο είναι το μουσείο Γουναρόπουλου στο Δήμο Ζωγράφου ή του Μπουζιάνη στη Δάφνη. Μικρές πινακοθήκες που με εμπνευσμένες εκθέσεις μπορούν να λάμψουν.

Τα πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, αν πράγματα είναι η ουσία, το πνευματικό. Ο νους μου πάει στο έργο του Βασιλείου με τίτλο «Επίσκεψη τιμής στο γκρεμισμένο σπίτι του Παρθένη». Ευτυχώς ο μπαρμπα-Σπύρος δεν έζησε το φευγιό από το σπίτι του, ούτε χρειάστηκε να δώσει αγώνα για να μην γκρεμιστεί (όπως έδωσε ο γείτονάς του, Κωστής Παρθένης). Στην άκρη του  έργου ο Βασιλείου κλίνει το γόνυ στον μεγάλο Δάσκαλο και σώζει στη συλλογική μνήμη ένα μνημειώδες οίκημα που δεν υπάρχει πια. Μακάρι οι νέοι ιδιοκτήτες να συμπεριφερθούν ανάλογα και να δείξουν σεβασμό στο πέρασμα του ζωγράφου που χρωμάτισε το σπίτι και την ιστορική γειτονιά.

TAGS
Art For Tomorrow,16-20 June