Έργο του Γιάννη Ευθυμίου από την έκθεση «Αγνώς Καβαλάρης»

Καλπασμός αλόγου στην αγορά της Αθήνας

Δύο εκθέσεις στο Κολωνάκι τραβούν το βλέμμα του επισκέπτη πέρα από τα συνήθη: ο «Αγνώς Καβαλάρης» του Γ. Ευθυμίου στην γκαλερί Ευριπίδης και ο «Ιππος: το άλογο στην Αρχαία Αθήνα» στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

Ο Μαλρώ πίστευε πως για τον αιγυπτιακό πολιτισμό το ιερό ζώο είναι η γάτα, για τον ελληνικό είναι το άλογο. Οι σπηλιές της Ευρώπης δείχνουν ότι δεν είναι ειδικά για τον Έλληνα. Η Ευρώπη στο σύνολό της λατρεύει το άλογο. Το αίσθημα της ελευθερίας, η κίνηση, η ορμητικότητα του ζώου, γοητεύουν την ευρωπαϊκή φαντασία. Μια έκθεση που ιχνηλατεί τα χνάρια του αλόγου στην παιδεία, την κοινωνική ζωή και την τέχνη της αρχαίας Αθήνας φιλοξενείται την περίοδο αυτή στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (έως 30/4).

Αφηγημένη από την αρχαιολόγο Τζένιφερ Νάιλς που διευθύνει την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, η έκθεση έχει στο κέντρο της μια αρχαιολογική «σκαπάνη». Εκτίθεται, για πρώτη φορά στο κοινό, ένας σκελετός αλόγου όπως βρέθηκε στο Φάληρο. Παρά το μέγεθός του, το ζώο ήταν στον τάφο προσεκτικά τοποθετημένο, προδίδοντας και τη σημασία που απέδιδαν στο γεγονός οι Αθηναίοι. Αυτό είναι από τα σπάνια «δώρα» της παρουσίασης: η «πρώτη εντύπωση», το βλέμμα που μοιράζεται ο αρχαιολόγος μπροστά στη θέα του ευρήματος. Στην έκθεση μαθαίνουμε ακόμη ότι βρέθηκαν τόσοι τάφοι αλόγων στο Φάληρο, που έδωσαν τροφή για εικασίες σχετικά με θυσίες ή για την ύπαρξη ιππόδρομου, όπως συνέβαινε στην περιοχή πριν από μερικά χρόνια. Καμία άλλη πόλη δεν έδινε τόση σημασία στο άλογο όσο η Αθήνα. Μας βεβαιώνουν γι’ αυτό μαρτυρίες αναφορικά με την οργάνωση και το ρόλο του αθηναϊκού ιππικού σώματος, των ιππέων, και αυτό φανερώνει μια μικρή αναθηματική στήλη, ανάμεσα στα 50 αρχαία αντικείμενα που παρουσιάζονται.

Το χρώμα, την ίδια την ατμόσφαιρα της πόλης, ακόμη και τις μυρωδιές που αναδεύουν τα φυτά της, μας δίνει ο σπάνιος κήπος της Γενναδείου. Αξίζει πραγματικά να αφιερώσει κανείς λίγα λεπτά σε αυτή τη λωρίδα γης που μεταφέρει τον θεατή στον ιστορικό χρόνο. Εκεί, το γλυπτό άλογο της Αλεξάνδρας Αθανασιάδη μοιάζει με απολίθωμα που αναγεννάται από το χώμα. Έτσι και οι ιστορίες που αφηγούνται τα άλογα στην έκθεση, μοιάζουν αρμονικά δεμένες με τη γη της κλασικής Αθήνας.

«Ιππος: το άλογο στην Αρχαία Αθήνα»: Ταφή αλόγου από το νεκροταφείο Φαλήρου. Εφορεία Αρχαιοτήτων Πειραιώς και Νήσων © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού – Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (Ο.Δ.Α.Π.)

Πολύ κοντά στη βιβλιοθήκη, σε απόσταση λίγων λεπτών με τα πόδια, βρίσκεται η γκαλερί «Ευριπίδης» (Ηρακλείτου και Σκουφά γωνία). Στο πρώτο επίπεδο φιλοξενείται έκθεση του Γιάννη Ευθυμίου, με κεντρικό θέμα το άλογο και τον καβαλάρη. Όσοι δεν την έχετε επισκεφθεί, σπεύσατε γιατί κλείνει σε λίγες μόλις ημέρες (έως το Σάββατο 9/4). Ο νεαρός καλλιτέχνης είναι σαν να παίρνει την σκυτάλη από τις ζωγραφιές που εξιστόρησε ο Μακρυγιάννης κι απέδωσαν οι Παναγιώτης και Δημήτρης Ζωγράφος (δύο από τα αντίγραφα της αρχικής σειράς εκτίθενται στην έκθεση της Γενναδείου). Έχει δηλαδή το αίσθημα της λαϊκής τέχνης, με τη μαστοριά ενός αυθεντικού δημιουργού όπως ο Νίκος Χουλιαράς και ο Τάσος Μαντζαβίνος. Τα έργα του Ευθυμίου μοιάζουν ποτισμένα με τα κλέφτικα τραγούδια που έχουν τη ρίζα τους στα μεσαιωνικά ποιήματα, τα λεγόμενα ακριτικά. Κι αυτή ακόμη η ύλη τους είναι βαθιά «προσωπική»: έργα καμωμένα από χρωματιστό χαρτοπολτό και γλυπτά από λαδομπογιά. Ναι, υπάρχει η κεφαλή ενός πολεμιστή, φτιαγμένη μόνο από τα σωληνάρια με τα χρώματα του ζωγράφου. Αυτήν την κεφαλή, που αντιμάχεται κάθε περικεφαλαία – βεβαιότητα, θα ήθελα να την ξαναδώ σε ένα εθνικό μουσείο, όπως το ΕΜΣΤ. Εκεί, η προσπάθειά της ζωγραφικής να απελευθερωθεί από την πρόθεση της δημιουργίας ψευδαισθήσεων και να κατακτήσει τις δικές της διαστάσεις, προσλαμβάνει διάσταση μεταφυσική.

Άλλο στοιχείο που εντυπωσιάζει, είναι το πώς της ζωγραφικής του Γιάννη Ευθυμίου. Ζητώντας να μάθω περισσότερα, έπεσα επάνω στη συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στην Athens Voice. Εκεί, λοιπόν, εξηγεί ότι ο Ρίλκε του έδειξε τον δρόμο με «το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε». Μεταφέρω τα λόγια του ζωγράφου στον Στέφανο Τσιτσόπουλο: «Ο σημαιοφόρος μετά από ένα βράδυ έρωτα και ποτού μέσα στο κάστρο ξυπνά αλαφιασμένος με τον εχθρό να πλησιάζει. Τότε αναλαμβάνει την ευθύνη που του έχει δοθεί και γυμνός καβαλάει το άλογο, αρπάζει τη σημαία και τρέχει με αυτοθυσία ενάντια στον εχθρό κρατώντας το λάβαρο ψηλά έτσι ώστε να ακολουθήσει το στράτευμα, ξέροντας ότι θα θυσιαστεί όντας περικυκλωμένος από τα σπαθιά των εχθρών».

Ο ζωγράφος μεταφέρει μια σκηνή ενός από τους πιο μεγάλους Ευρωπαίους ποιητές, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Ο ποιητής δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στην Ελλάδα που το σχεδίαζε για καιρό. Έργα όμως της αρχαίας ελληνικής τέχνης, που είχε την ευκαιρία να δει πολλές φορές σε ευρωπαϊκά μουσεία, πήρανε ξεχωριστή θέση στην ποίησή του και εκεί μεταμορφωθήκανε σε σύμβολα της ανθρώπινης μοίρας. Για να επιστρέψουμε στο ποίημα, η ευθύνη του σημαιοφόρου δεν εξηγείται με κριτήρια λογικής. Όπως τα ά-λογα, αυτά που δεν εξηγούνται με «λόγο», δεν αποδίδονται στα λόγια, αλλά βρίσκονται στα όρια ή καλύτερα, κρύβονται πίσω από αυτά που φανερώνει ο έλλογος κόσμος μας. Εκεί είναι που ανοίγει το  βλέμμα μας ο καλλιτέχνης: στο άφατο, το ενστικτώδες.

Οι αρχαίοι έθεσαν με πρώτον τον Όμηρο, την ανάγκη να βρει ο καθένας μας το νόημα της ζωής του και του κόσμου του. Ειδικά στην Αθήνα με τον Σωκράτη, πίσω από τα ερωτήματα βρισκόταν η πεποίθηση πως αν δεν μπορείς να βρεις τη σημασία αυτού που κάνεις, τότε δεν έχει νόημα να το κάνεις. Γι’ αυτό έλεγε «βίος ανεξέταστος ου βιωτός», μια ζωή για την οποία δεν αναρωτιέσαι γι’ αυτήν, δεν έχει νόημα. Το ερώτημα ποιο είναι το νόημα της ζωής, και μάλιστα της ζωής σου, το θέτεις μπαίνοντας σε ένα δρόμο που μοιάζει αδιέξοδο, αλλά και δεν τελειώνει αν δεν το θελήσεις εσύ.

Η Ευρώπη γεννήθηκε στη μάχη που έδωσε η Αθήνα στο Μαραθώνα. Νίκησε την ασιατική δύναμη, και άρχισε να τρέχει για να έλθει στην αγορά να βγάλει την ανάσα της ελευθερίας. Άρχισε να τρέχει όχι το πλήθος, όχι η μάζα, αλλά το άτομο. Από τότε, δεν σταμάτησε. Το ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο με το οποίο τα πάντα κρίνονται, το διδάσκει η Ευρώπη. Η Ευρώπη τρέχει ακόμη, κρατώντας πάντοτε, αυτή, στα στήθη της την ανάσα της ελευθερίας. Να γιατί άκουσε τον καλπασμό του αλόγου στην αγορά της Αθήνας ο Μαλρώ.

 

TAGS