Τη μορφή του Νίκου Βέλμου και άλλα αριστουργήματα του Φώτη Κόντογλου θα δούμε από τις 21 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. (ευγενική παραχώρηση Ίδρυμα Β & Ε Γουλανδρή)

Είναι μοντέρνος ο Κόντογλου;

Στο συμπλήρωμα ενός αιώνα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανάμεσα στις εθνικές επετειακές εκδηλώσεις, κυρίαρχη θέση βρίσκει το έργο του πρόσφυγα απ’ το Αϊβαλί, Φώτη Κόντογλου.

Το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή σηκώνει αυλαία στις 20 Σεπτεμβρίου με ένα αφιέρωμα στο κοντογλικό έργο και το αισθητικό κίνημα που πυροδότησε, καθιστώντας επίκαιρο το Βυζάντιο στη καρδιά του μοντέρνου. Είναι, δε, ευτυχής συγκυρία που το εικαστικό του έργο θα παρουσιαστεί σχεδόν την ίδια περίοδο, με δύο πρωτοπόρους δασκάλους του ελληνικού μοντερνισμού: τον Κωνσταντίνο Παρθένη (στην Εθνική Πινακοθήκη) και τον Σπύρο Παπαλουκά (στο Ίδρυμα Θεοχαράκη). Έτσι, θα φανεί καλύτερα και η δική του προσφορά στις νεωτερικές αναζητήσεις του τόπου, που, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, συνεχίζει ως τις μέρες μας. Για τα ανανεωτικά στοιχεία στο έργο του κυρ-Φώτη έχουν γράψει στο παρελθόν ιστορικοί τέχνης (Αντώνης Κωτίδης, Μάνος Στεφανίδης) και ομότεχνοι (Γιώργος Χατζημιχάλης). Έχει σημασία, όμως, να δούμε πώς και σε ποια έκταση η πρόταση του Κόντογλου φθάνει στην εικαστική μας κοινότητα μισό αιώνα και πλέον από τον θάνατό του.

Δεν πέρασε καιρός από την εντυπωσιακή έκθεση του Στέλιου Φαϊτάκη (1976) στην γκαλερί Allouche Benias, όπου έδειξε δουλειά των τελευταίων χρόνων («ο Θρίαμβος της Λογικής», Ιούνιος – Ιούλιος 2022). «Νομίζω ότι, τουλάχιστον σε τεχνικό επίπεδο, η εργασία μου έχει πολύ περισσότερο να κάνει με αυτήν του Κόντογλου, παρά με οτιδήποτε άλλο» μου λέει ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Κι αν το παράδειγμα του Φαϊτάκη μοιάζει προφανές ως προς τη συγγένειά του με τον Αϊβαλιώτη, δεν είναι το μόνο. Μια φουρνιά δημιουργών που είναι περίπου στην ίδια γενιά και μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, όπως οι Νίκος Μόσχος (1979), Κώστας Λάβδας (1980), Φώτης Βάρθης (1983) κι ο Φίκος (1987), προχωρούν με τόλμη το δρόμο που άνοιξε ο Κόντογλου, με επινοήσεις προσωπικού χαρακτήρα, με διατυπώσεις της σύγχρονης εικαστικής σκηνής, ακόμη και με pop χαρακτηριστικά. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι στο πρόσωπο του Αϊβαλιώτη αναγνωρίζουμε, όχι μόνο τον καλλιτέχνη που αποτύπωσε το αίσθημα της οδύνης και του κατατρεγμού των προσφύγων της Ιωνίας, αλλά έναν δημιουργό που άφησε μία συμπαγή – αισθητικά και ιδεολογικά – αποτίμηση του Βυζαντίου στη νεοελληνική ζωή με ισχυρό αποτύπωμα.

Ο Φώτης Κόντογλου στη σκαλωσιά του Δημαρχείου Αθηνών (πηγή Wikipedia)

Δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να δούμε την πρόταση του Κόντογλου από την ιστόρηση που έκανε στο παλαιό Δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά. Έχω γράψει στο παρελθόν ότι, αν ο Λουδοβίκος Θείρσιος άφησε ένα καλλιτεχνικό μανιφέστο θρησκευτικής τεχνοτροπίας στη Ρωσική Εκκλησία της οδού Φιλελλήνων (όπως μας έδειξε ο Νίκος Γραίκος), δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο Κόντογλου στο ιστορικό μέγαρο, επιχειρεί ακριβώς το αντίστροφο: μεταγράφει κοσμικά θέματα στον κανόνα της βυζαντινής ζωγραφικής και, συγκεκριμένα, στο ύφος της Κρητικής σχολής. Γράφει ο ίδιος πολύ καθαρά: «ό,τι έκανε ο Σολωμός απ’ το δημοτικό τραγούδι θέλει να κάνει κι ο Κόντογλους απ’ τη λαϊκή και τη βυζαντινή τέχνη». Η αναφορά του Σολωμού, του δυτικομορφωμένου που βρίσκει τον εαυτό του και την καλλιτεχνική του έκφραση και ταυτότητα στην παράδοση του τόπου του, είναι διαφωτιστική. Ταυτίζει τον εαυτό του με τον Σολωμό, που και αυτός ως δυτικοθρεμμένος βρήκε την καλλιτεχνική του έκφραση και ταυτότητα στην παράδοση του τόπου του. Θυμόμαστε ότι πριν το καλοκαίρι είχαν πραγματοποιηθεί ξεναγήσεις από την ικανότατη Ζέττα Αντωνοπούλου (προϊσταμένη Ιστορικού Αρχείου Δήμου Αθηναίων). Καλό είναι, λοιπόν, όχι μόνο λόγω του επετειακού χαρακτήρα, οι ξεναγήσεις αυτές να συνεχιστούν, καθώς το εικονογραφικό σύνολο που βρίσκεται εκεί, συνιστά το «καλλιτεχνικό μανιφέστο» που κληροδότησε ο Κόντογλου. Κάποια στιγμή, θα πρέπει ο Δήμος να δει το άνοιγμα του μεγάρου στο κοινό της πρωτεύουσας.

Κι επειδή ο Αϊβαλιώτης ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις, που είναι αξεδιάλυτα ζωγράφος και συγγραφέας, έχει νόημα να ξαναπιάσουμε την αγέραστη νουβέλα του «Πέδρο Καζάς» η οποία πρόσφατα επανακυκλοφορεί από το Μεταίχμιο. Για το μοντερνιστικό αριστούργημα αναμένουμε με ενδιαφέρον τα πρακτικά της ημερίδας «Επίσκεψις Φώτη Κόντογλου» που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στη Βουλή, με τη συμμετοχή ερευνητών και ιστορικών της τέχνης (είχαμε γράψει στο Σημειωματάριο εδώ). Θα ακολουθήσουν μέσα στο φθινόπωρο άλλα δύο έργα του Κόντογλου, «Ιστορίες και περιστατικά» και «Ο Θεός Κόνανος», το πιο «μαύρο» από τα βιβλία του δημιουργού, το οποίο είχε δώσει πάτημα στον Αλέκο Λεβίδη να επιχειρήσει ένα προσωπικό ζωγραφικό ταξίδι.

Ο Λεβίδης, όπως ο Τσαρούχης κι ο Εγγονόπουλος, τράβηξαν τον δικό τους δρόμο, αλλά ο Κόντογλου στάθηκε σημείο αναφοράς. Δεν αρνήθηκε την Τέχνη χάριν του «κηρύγματος» ή της «αγιογραφίας». Τη σεβάστηκε, θέλοντας να της προσδώσει πνευματικό περιεχόμενο. Έτσι, πλησιάζει τον μοντερνισμό, αλλά από έναν ανορθόδοξο δρόμο: το δρόμο της βυζαντινής παράδοσης. Παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως συνεχιστή αυτής της ζωγραφικής παράδοσης, ξαναερμηνεύοντάς την ως μάστορας και όχι ως χειροτέχνης, ήθελε να προτείνει ένα μοντέλο αντίθετο στην ατομικότητα και στο τεχνητό της εποχής του, ένα μοντέλο συλλογικό και σύμφωνο με τις δικές του αλήθειες. Αυτό είναι μοντερνισμός: να ξανα-αναμοχλεύεις την παράσταση. Τι μπορεί να παρασταθεί και προς τι; Αυτό δεν κάνει η εκάστοτε νεωτερικότητα;

 

Η έκθεση «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους» στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή θα διαρκέσει από τις 21 Σεπτεμβρίου έως τις 12 Δεκεμβρίου.

TAGS