Self Portrait ,Sofia Dona

Σοφία Ντώνα: Εστίαση, έρευνα και ανοικείωση

Η εικαστικός και αρχιτέκτονας μιλάει για τον τρόπο που τα ερεθίσματα της μετασχηματίζονται σε έργο, για τη νέα της δουλειά και την αναγκαιότητα των ανεξάρτητων χώρων έκφρασης.

 

Με το ένα πόδι στην αρχιτεκτονική και το άλλο στην τέχνη, η Σοφία Ντώνα, δημιουργεί έργα που συνδυάζουν τους δύο αυτούς τομείς με ιστορικές αναφορές, προσωπικές αφηγήσεις και υπαρξιακές αναζητήσεις. Οι εγκαταστάσεις και τα βίντεο της επικεντρώνονται στην επίδραση των σωμάτων στο χώρο και στις πολύπλοκες σχέσεις που αναπτύσσονται σε αυτό το δίπολο, ενώ αποκαλύπτουν με συνέπεια νέους τρόπους για να δούμε οικεία και ιστορικά ξεχασμένα γεγονότα και αντικείμενα. Με έντονη ακτιβιστική δράση και κοινωνικές ανησυχίες, υποστηρίζει ένθερμα τις queer και φεμινιστικές κοινότητες με την κοινωνική και εικαστική της δράση.

 

Ποιες είναι οι βασικές αρχές της εικαστικής σου πρακτικής;

Μέσα από μια πορεία έργων, η καλλιτεχνική μου πρακτική εστιάζει σε επιτόπιες εγκαταστάσεις, βίντεο και ηχητικά έργα που αφορούν συγκεκριμένους τόπους και αποκαλύπτουν κάθε φορά κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές συνθήκες που τους διέπουν και τους μεταλλάσσουν. Με ενδιαφέρει η διερεύνηση φυσικών και γεωγραφικών τοπίων, οι συνοριακοί τόποι, οι συνδέσεις μακρινών πόλεων.

Θα έλεγα ότι η δουλειά μου διέπεται από μια ποιητική διάσταση η οποία συνήθως έχει και κάτι το ανοίκειο. Ένα φορτηγό μέσα από το οποίο απελευθερώνονται χιλιάδες περιστέρια σε αργή κίνηση στην βιντεοεγκατάστασή μου «Voyageurs» είναι μια ποιητική εικόνα η οποία όμως μέσα της κρύβει τόσο την αντίθεση ανάμεσα στη μηχανή και τη φύση, όσο και την σκληρότητα ενός εξαναγκαστικού ταξιδιού επιστροφής. Ένας άνθρωπος που σκάβει στην άμμο δημιουργώντας πίσω του τα βουνά που πέρασε το ’90 περπατώντας από την Αλβανία στην Ελλάδα  ταυτόχρονα βυθίζεται στην τρύπα που ανοίγει αφηγούμενος την ιστορία του. Με ενδιαφέρει ο έμμεσος τρόπος να μιλήσω για κάτι και συχνά χρησιμοποιώ την πρακτική της ανοικείωσης, όπου οικεία αντικείμενα ή αρχιτεκτονικά στοιχεία διπλασιάζονται, μεταφέρονται, αλλάζουν κλίμακα, με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζονται ως άγνωστα και διαφορετικά, αποκαλύπτοντας ιστορίες, γεγονότα και συμβάντα. Μια υπερμεγέθης πόρτα που περνάει το σύνορο ανάμεσα στην Τιχουάνα και το Σαν Ντιέγκο ή ένα ακριβές αντίγραφο του μπαλκονιού του Χίλτερ, αποτελούν ανοίκιες site-specific κατασκευές που ενεργοποιούν τη μνήμη και την ιστορία κτιρίων ή πόλεων. Η αρχιτεκτονική σίγουρα έχει επηρεάσει τον τρόπο που προσεγγίζω τον χώρο αλλά και τις θεματικές πάνω στις οποίες δουλεύω.

 

Από πού αντλείς έμπνευση; 

Είναι πολύ διαφορετικοί οι τρόποι που συνδέομαι με τις θεματικές των έργων μου. Μπορούν να είναι είτε προσωπικές ιστορίες, ή ιστορικά γεγονότα, ή κάποιο βιβλίο που θα διαβάσω σε σχέση με έναν τόπο, όπως για παράδειγμα η Λόττε στη Βαϊμάρη του Τομας Μαν, που με οδήγησε στο Hotel Elephant και στο έργο «Der Balkon». Συνήθως λειτουργώ συνειρμικά εστιάζοντας σε κάτι που μου φαίνεται συγκινητικό, ή παράξενο, και θέλω να ερευνήσω: η ιστορία μια κοπέλας που γνώρισα στο τρένο και μου είπε ότι ο φίλος της είναι κυνηγός της πόλης, μια φίλη που δουλεύει στη BMW και συνθέτει ψεύτικους ήχους μηχανών αυτοκινήτων, μια παρερμηνεία της λέξης «καταρράκτης» σε μια συζήτηση. Ξεκινώντας από αυτά, αρχίζω μια έρευνα η οποία στη συνέχεια με διάφορα μέσα μετασχηματίζει το κάθε έργο. Πολύ αργότερα καταλαβαίνω με πιο τρόπο αυτές οι θεματικές συνδέονται με πολύ προσωπικές μου αναζητήσεις.

 

Με τι καταπιάνεσαι αυτή την περίοδο;

Αυτή τη στιγμή μοντάρω το βίντεο ‘ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ’, που σχετίζεται με το χωριό Καταρράκτης στη Χίο, το τοπίο της Τουρκίας απέναντι και τον καταρράκτη ως πάθηση του ματιού. Η σύνδεση με αυτό το χωριό ξεκινάει από την ιστορία φίλων από την Τουρκία που λόγω της πολιτικής κατάστασης δεν μπορούν να επιστρέψουν εκεί και έρχονται να μείνουν στη Χίο για να μπορούν να ατενίζουν τα χωριά τους απέναντι. Ο τρόπος με τον οποίο δουλεύω το έργο αυτό είναι σχετικά καινούριος για μένα, συνήθως έχω μια αρκετά συγκεκριμένη ιδέα για το τι θα παραχθεί μετά από μια έρευνα που κάνω. Για τον ‘ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ’ αποφάσισα να παραβρεθώ εκεί και να ακολουθήσω συνειρμικά μια πορεία μέσα από τους ανθρώπους που συνάντησα και τα τοπία στα οποία βρέθηκα. Το ίδιο προσπαθώ και στο μοντάζ, όπου δοκιμάζω να διηγηθώ αυτή τη συνθήκη του «απέναντι» χωρίς να γνωρίζω ακριβώς με ποιο τρόπο θα συμβεί. Αυτή την εβδομάδα, και μετά από πρόσκληση της σκηνοθέτιδος και εικαστικού Εύας Στεφανή, θα συν-παρουσιάσουμε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, μαζί με άλλες 6 κινηματογραφίστριες, τη συνθήκη του να δουλεύεις ως θηλυκότητα κάνοντας «χειροποίητο ντοκιμαντέρ». Μέσα από αυτή την πρόσκληση έχουν προκύψει πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις και ανταλλαγές, οι ίδιες οι συναντήσεις μας ως τώρα αποτελούν μια πολύ δυνατή εμπειρία.

 

Πως έχει επηρεάσει η κατάσταση της πανδημίας τη δουλειά σου;

Στην αρχή της πανδημίας έκανα μια διαδρομή κάθε μέρα στη γειτονιά μου όπου συναντούσα δυο δρόμους, την οδό ΛΗΘΗΣ και την οδό ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ.  Σκεφτόμουν τότε ότι δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε τον τρόπο που υπήρξαμε πριν την πανδημία, ακόμα και αν υπάρξει κάποια θεραπεία. Αυτή τη στιγμή είναι τρομακτικό το πως έχουν αλλάξει οι ζωές μας σε σχέση με τους ελέγχους πάνω στα σώματα μας, το πως έχει κανονικοποιηθεί η συνθήκη αυτή. Είναι συγκινητικό και σημαντικό το ότι ακόμα τα άτομα που εργάζονται σου ζητάνε συγγνώμη κάθε φορά που πρέπει να ελέγξουν το πιστοποιητικό εμβολισμού. Θα ήθελα πολύ να μην αλλάξει και να μην ξεχαστεί αυτό. Μέσα στην πανδημία είχα την τύχη να βρεθώ σε ένα residency στο σπίτι του Oskar Schlemmer του Bauhaus, ένα ιστορικό οικιστικό κτήριο. Ήταν ο ιδανικός τόπος καραντίνας μέσα σε ένα δάσος με ψηλά πεύκα και ελάφια, και εκεί δούλεψα το έργο «Gamekeepers», ένα έργο που σχετίζεται με τους διορισμένους από το κράτος κυνηγούς στη Γερμανία οι οποίοι ακολουθούν λίστες ζώων που πρέπει να σκοτώσουν για να «επαναφέρουν» την ισορροπία στη φύση. Αυτή η σχέση του «σκοτώνω» με το «ισορροπώ», η κανονικοποίηση του κυνηγιού σε σχέση με τον έλεγχο, τις στατιστικές και μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση της φύσης, είναι κάτι που ίσως να προέκυψε από το βίωμα της πρώτης καραντίνας. Το πώς δηλαδή ελέγχονται τα σώματα μας και  κανονικοποιείται ο έλεγχος. Ίσως και το έργο «ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ» που αφορά την υποχρεωτική απόσταση και το βλέμμα να σχετίζεται και αυτό με την κατάσταση της πανδημίας.

 

Θεωρείς πως η Ελλάδα παρέχει το κατάλληλο περιβάλλον για τους καλλιτέχνες;

Το περιβάλλον της Ελλάδας σε σχέση με τα εικαστικά είναι πολύ δύσκολο. Δεν υπάρχει η στήριξη, εκτός από ελάχιστα ιδρύματα και φορείς, ενώ υπάρχει μεγάλη επισφάλεια, η οποία συχνά συγχέεται με τον τρόπο του να κάνει κανείς τέχνη, την ευέλικτη ή άτυπη συνθήκη εργασίας. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου αφορά αναθέσεις και παρουσιάσεις στο εξωτερικό, μπορώ να δω καθαρά τη διαφορά στην προσέγγιση των καλλιτεχν@. Προφανώς και σχετίζεται με την οικονομική συνθήκη της χώρας. Υπάρχει βέβαια και μια μεγάλη προσπάθεια στήριξης όπως το πρόγραμμα ARTWORKS, όπου ήμουν υπότροφος το 2020 και προσφέρει σημαντική οικονομική ενίσχυση, αλλά και ένα σημαντικό δίκτυο. Τέτοιου τύπου όμως προγράμματα στην Ελλάδα είναι μετρημένα στα δάχτυλα.

 

Σχέδια για το μέλλον;

Θέλω να χαθώ στο μοντάζ του έργου «ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ» που δουλεύω αυτό τον καιρό μέχρι να διαμορφωθεί σε κάτι που θα θέλω να μοιραστώ. Θα συμμετάσχω σε μια ομαδική έκθεση στο Βερολίνο τον Ιανουάριο, σε άλλη μια στη Νέα Υόρκη το Φεβρουάριο με υπάρχοντα έργα μου. Παράλληλα, έχω ένα καινούριο site-specific έργο στο Μόναχο το οποίο θα πραγματοποιηθεί μέσα στο 2022.

 

Και μια ευχή

Θα ήθελα να αρχίσουν να υπάρχουν νέοι χώροι συνάντησης καλλιτεχνών και μη, για πειραματισμό, ανταλλαγή και ενδυνάμωση, όπως η κατάληψη του Εμπρός και του Green Park, ή η κατάληψη της Καλών Τεχνών παλαιότερα. Εκεί έχω νιώσει ότι υπάρχει η δυναμική του πειραματισμού και της δοκιμής (rehearsal) η οποία δημιουργείται μέσα σε μια πολύ δυνατή συνθήκη, αυτή της οικειοποίησης ενός χώρου μέσα από τα σώματα, τις από κοινού δράσεις, τις συνελεύσεις, τη συλλογικότητα.

Κυρίως θα ήθελα να υποστηριχθούν περισσότερες ομάδες, άτομα και κινήματα που δρουν και αγωνίζονται με πρακτικές φεμινιστικές, για όλ@ αυτ@ τ@ καλλιτέχν@ και συγγραφ@, σκηνοθέτ@ που δεν έχουν διαβαστεί ποτέ, σε σχολεία ή σε πανεπιστήμια, για να αλλάξει η συνθήκη των πάνελς και των σχολών που ακόμα κατακλύζονται από άντρες. Κάθε φορά που κάποιος τέτοιος ανεξάρτητος και αυτοδιαχειριζόμενος χώρος ανοίγει νιώθω πραγματικά μια ελπίδα σε σχέση με τις ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες τις οποίες βιώνουμε.

TAGS