Βασίλης Γεροδήμος στην Potential Project

Χώρος και χρόνος μέσα από τις ποιότητες του υλικού

Η γλυπτική είναι πάντα μία αναμέτρηση με το υλικό, μία διαδικασία που εμπεριέχει την χειροναξία ως τέχνη, τον χρόνο που χρειάζεται για να αποκτήσει το υλικό γλυπτική υπόσταση. Αυτή η σχέση της διαδικασίας, της προσοχής στην λεπτομέρεια και, κυρίως οι ποιότητες του ίδιου του υλικού διαφαίνονται μέσα από την ατομική έκθεση του Βασίλη Γεροδήμου «Τρεις Τόποι», σε επιμέλεια του Χριστόφορου Μαρίνου στην Potential Project στην καρδιά των Εξαρχείων.

Στην έκθεση τα έργα τοποθετούνται στο χώρο εύστοχα ώστε να δημιουργείται μία εννοιολογική και οπτική μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο, ένα αρμονικό πέρασμα σε σχέση με την κλίμακα, από τα μεγαλύτερα γλυπτά στα επιτοίχια έργα και έτσι ώστε να προκύπτουν τα νοήματα που διαπνέουν το σύνολο της δουλειάς. Πρόκειται για μία σύγχρονη προσέγγιση στην γλυπτική και στο έργο τέχνης που είναι καθαρή και μετρημένη και που αντιμετωπίζει το γλυπτό ως σχέση με το χώρο όχι τόσο μέσα από τον όγκο αλλά μέσα από την υλικότητα και την σωματικότητα, τις διαφορετικές υφές του υλικού, την επιφάνεια αλλά και το στοιχείο του χρόνου που υπάρχει έντονα στα έργα και με διαφορετικές εκφάνσεις του.

Ο τρόπος που ο Γεροδήμος συνενώνει τον χώρο -τον χώρο ως συγκεκριμένο τόπο, ως διανοητικό τόπο ή τόπο της μνήμης- με τον χρόνο (τον χρόνο της καλλιτεχνικής διαδικασίας, την διαχρονικότητα και το εφήμερο) μέσα από το ίδιο το υλικό εκφράζει μία συγκροτημένη πρόταση για το τί μπορεί να είναι ένα γλυπτό, για το τί μπορεί να σημαίνει η σχέση του θεατή με αυτό, το τί αίσθηση μπορεί να του προκαλεί.

Ο Γεροδήμος παρατηρεί το υλικό του που στην συγκεκριμένη έκθεση είναι το μάρμαρο, η πέτρα και το χαρτί, υλικά που παραπέμπουν σε τόπους με τους οποίους σχετίζεται: το Μέτσοβο που είναι ο τόπος καταγωγής του, την Τήνο και την Αθήνα όπου μαθήτευσε. Χρησιμοποιεί το μάρμαρο που παραπέμπει σε μία πιο κλασική, τελειωμένη γλυπτική ως βάση στήριξης της υπόλοιπης σύνθεσης. Ανατρέπει ωστόσο την έννοια της κλασικής βάσης χρησιμοποιώντας θραύσματα μαρμάρου σε γεωμετρικά σχήματα που ισορροπούν και συχνά απολήγουν σε μύτες. Το μάρμαρο μοιάζει να είναι κομμένο όπως θα έκοβε κανείς ένα κομμάτι χαρτί σε γεωμετρικά σχήματα.

Η έννοια του θραύσματος είτε αυτό παραπέμπει σε μνήμες και τόπους είτε σε όμως είναι κομμάτια ενός συνόλου είναι κεντρική καθώς εκείνο που φαίνεται να κάνει ο Γεροδήμος είναι να αναδομεί, να χτίζει έναν νέο τόπο –που είναι το έργο τέχνης και η συνάντηση με αυτό- μέσα από υλικά θραύσματα που προέρχονται από την φύση και συγκεκριμένους τόπους. Με σημείο αναφοράς τις παραδοσιακές ξερολιθιές, χτίζει την μία επιφάνεια πάνω ή δίπλα στην άλλη, ανασυγκροτεί τόπους σε έναν νέο τόπο που είναι το έργο τέχνης.  Όπως σε μία ξερολιθιά όπου η μία στρώση πέτρας προστίθεται πάνω στην άλλη, ο Γεροδήμος χειρίζεται τις φόρμες του με τέτοιο τρόπο ώστε να υπονοείται η δόμηση και η επαναληπτικότητα. Η επαναληπτικότητα σημαίνει μία επαναλαμβανόμενη καθημερινή ενέργεια σημαίνει επίσης την συνεχόμενη καλλιτεχνική διαδικασία (σε αυτήν παραπέμπουν το μαρμάρινο καβαλέτο σε ένα από τα έργα ή η στοίβα από «πριονίδια» χαρτιού), σημαίνει την ταξινόμηση και την αποθήκευση, την εμβάθυνση, την παρατήρηση και το βίωμα, σημαίνει επίσης το πώς μέσα από την επανάληψη μίας πράξης υπάρχει η επιθυμία επανασύνδεσης με μία αρμονία και με μία σταθερότητα με το καταγωγικό που μπορεί να είναι η φύση. Σε ένα από τα έργα για παράδειγμα, ο Γεροδήμος τοποθετεί πάνω σε ένα επιδαπέδιο παχύ κομμάτι μαρμάρου από την Θάσο, ένα μικρό τετράγωνο από απολιθωμένα κοράλλια από τα Τζουμέρκα σε γεωμετρική στοίχιση. Κομμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται το εσωτερικό του μαρμάρου με τη κρυσταλλική του δομή, το μάρμαρο θυμίζει ένα χιονισμένο τοπίο πάνω στο οποίο ο Γεροδήμος ενθέτει ένα πιο γήινο στοιχείο. Το εσωτερικό και το εξωτερικό (το εσωτερικό του μαρμάρου) που μετατρέπεται σε ένα «χιονισμένο βάθρο» στο εσωτερικό της γκαλερί, τα κοράλλια που βγαίνουν από την θάλασσα και αποκαλύπτονται συνυφαίνονται με μία άλλη σχέση: της χρονικής σύνδεσης του τώρα με κάτι που υπήρχε από πάντα.

Ο θεατής της έκθεσης εισπράττει την αίσθηση μίας κλασικής αρμονίας, ακόμα και μίας ομορφιάς, της ομορφιάς που προκύπτει μέσα από τον σεβασμό για το υλικό, από μία εξίσου μεγάλη προσοχή στο στιβαρό αλλά και στο εύθραυστο στοιχείο. Η κίνηση, η διαδικασία, η έννοια της ανάπτυξης συνδυάζεται με μία αίσθηση σταθερότητας. Τα έργα του έχουν κάποια στοιχεία φορμαλιστικά και χρησιμοποιούν εν μέρει ένα λεξιλόγιο που παραπέμπει σε προγενέστερες τάσεις στην γλυπτική. Συνθέτουν ένα σύνολο που μετατρέπει το ίδιο έργο σε έναν καινούριο «τόπο» που μέσα από την υλικότητα και την «δόμηση» εμπεριέχει τον χώρο και τον χρόνο, το υλικό με το άυλο στοιχείο.

«Τρεις Τόποι», Potential Project, ως 19/6

TAGS