«Τεχνητή Νοημοσύνη» στο Αλφαβιλ

Η πολυδιάστατη νοηματικά και εικαστικά έκθεση του Μάνθου Σαντοριναίου καθώς και η ανάπλαση του ίδιου του χώρου του κινηματογράφου Άλφαβιλ εκπλήσσει τον θεατή με εμπειρίες που δεν είναι τυπικά εντυπωσιακές όπως θα περίμενε κανείς από τον τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη».

Η έκθεση συγκεντρώνει έργα διαφορετικών περιόδων σε μία αφήγηση που είναι το καταστάλαγμα δεκαετούς έρευνας του καλλιτέχνη πάνω στην τεχνολογία ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης αλλά και ως τρόπος δόμησης του κόσμου και της σκέψης που προέρχεται από τα νέα δεδομένα της εποχής.

Η έκθεση προτείνει κάτι τολμηρό και λυτρωτικό, επειδή μετατοπίζει το σημείο οπτικής παρουσιάζοντας την ψηφιακή τεχνολογία όχι ως κάτι ανοίκειο και ακατανόητο αλλά ως μία δημιουργική ανθρώπινη επινόηση που μπορεί να ανοίξει αναπάντεχους τρόπους αντίληψης  της οντολογίας του κόσμου. Ενδεικτικό είναι ότι στον τίτλο της έκθεσης η λέξη «Νοημοσύνη» είναι σε έντονα γράμματα,  ενώ το «τεχνητή» σε μικρότερη και με λιγότερο έντονη γραμματοσειρά.

Η γραφή που επιλέγει ο Σαντοριναίος δεν χρησιμοποιεί την ψηφιακή τεχνολογία ως οπτικά εφέ ούτε ως απλό εργαλείο. Εκφράζει τον οραματικό του προβληματισμό καθώς και την θετική υποδοχή της τεχνολογίας στις ζωές των ανθρώπων «ως ένα προμηθεϊκό δώρο». Η συγκεκριμένη γραφή που έχει στοιχεία από τον κινηματογράφο και συνθέτει διαφορετικά μέσα και τεχνοτροπίες,  εμπεριέχει την θεατρικότητα και την υλικότητα και ενσωματώνει το παρελθόν και το μέλλον,  έχει την δομή μίας πορείας μέσα στο χρόνο αλλά και της πατίνας του χρόνου, άρα και της ανάμνησης, του ανθρώπινου στοιχείου και της συνέχειας. Αυτός ο συνδυασμός του μελλοντικού με το γνώριμο, του τώρα και του πριν, προσδίδουν στην έκθεση μία αναστοχαστική διάθεση, μία αίσθηση ιστορικότητας ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν ένα προσφιλές για τον θεατή περιβάλλον που τον απορροφά σε μία διαδρομή της φαντασίας και του νου. Η ταινία επιστημονικής φαντασίας του Ζακ-Λυκ Γκοντάρ «Alfaville», που αποτελεί και το όνομα του κινηματογράφου που παρουσιάζεται η έκθεση,  ως σημείο αναφοράς συμβάλλει σε αυτήν την πορεία στον χρόνο και θέτει το ερώτημα τι έχει αλλάξει από την δυστοπική ματιά σε σχέση με την εξέλιξη της τεχνολογίας της δεκαετίας του ΄60  στο σήμερα.

Η διαδρομή μέσα στο χρόνο και τις ιδέες παρουσιάζει μια έντονη σωματικότητα.  Πρόκειται για μια εμβύθιση του θεατή μέσα στην αφήγηση που εξελίσσεται με τη περιδιάβαση στο χώρο του παλαιού κινηματογράφου αφού η έκθεση στήνεται, σκηνοθετείται – κατ’ αντιστοιχία με μία κινηματογραφική ταινία – τιμώντας έτσι τον μεγάλο σκηνοθέτη Γκοντάρ. Πρόκειται για μία αφήγηση που ξεκινά ήδη από την είσοδο, επεκτείνεται στο φουαγιέ και εκτυλίσσεται μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα, στο χώρο προβολής. Η θεατρικότητα αυτή, η βίωση και αναβίωση ενός παλαιού χώρου η οποία δημιουργείται σε συνδυασμό με μια  μελετημένη και στοχευμένη υλικότητα, σε συνδυασμό με τα άυλα εικονικά έργα, ενισχύει την ουσιαστική ένταξη του θεατή στο έργο μέσω της ενεργοποίησης των αισθήσεων και του ίδιου του σώματος του.

Η κατάσταση αυτή συμβάλλει σε μια πιο ανθρώπινη, πραγματική σχέση με την τεχνολογία, την μηχανή και την τεχνητή νοημοσύνη. Σε κάποια έργα ο θεατής συνομιλεί με τα ψηφιακά εργαλεία: στο Chat BotO υπολογιστής Άλφα 2022 που, για παράδειγμα, εκτίθεται στο φουαγιέ, ο θεατής πληκτρολογεί όποια ερώτηση επιθυμεί και λαμβάνει μία απάντηση όπως αν συνομιλούσε με έναν συνάνθρωπο. Αντίθετα από πολλές φαντασμαγορικές  εφαρμογές που συχνά χρησιμοποιούνται σε εικαστικά έργα, η εφαρμογή παρουσιάζεται λειτουργική και απλή, παραπέμποντας έτσι στην έννοια της φιλικής σχέσης ανθρώπου και μηχανής,  με τον άνθρωπο κυρίαρχο, που μπορεί να σχεδιάσει στο δικό του περιβάλλον αυτό που ο ίδιος επιθυμεί.

Η επιτοίχια επιγραφή με την φράση «Για να διεκδικήσεις έναν καλύτερο κόσμο πρέπει πρώτα να τον φανταστείς», δίνει το στίγμα της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης του Μάνθου Σαντοριναίου στην τεχνητή νοημοσύνη, σε αντίθεση με τις ιδέες στην ταινία «Άλφαβιλ» 65 χρόνια πριν  που ο υπολογιστής (ουσιαστικά ο κακόβουλος επιστήμονας) ελέγχει τα πάντα.

Η ανθρώπινη νόηση, η χρήση των μηχανών, ο προγραμματισμός των ψηφιακών εργαλείων προέρχονται όλα από τον άνθρωπο και, επομένως, καθιστούν αυτόν υπεύθυνο για την επίδραση της τεχνολογίας στην ζωή του. Με αυτή την έννοια, το έργο αντιστρέφει την δυστοπική ματιά του Γκοντάρ. Όμω,ς κατά τον ίδιο τρόπο που τελικά η ποίηση, η φαντασία και το συναίσθημα μοιάζει να νικούν στο τέλος (παρότι το τέλος είναι αμφίσημο), το έργο του Σαντοριναίου εναποθέτει μία ανάλογη πίστη στις δυνατότητες που μόνο ο άνθρωπος διαθέτει. Αυτήν την πίστη υποδηλώνει και η επαναλαμβανόμενη χρήση της γλώσσας σε όλα τα μέρη που απαρτίζουν το έργο.

Η γλώσσα είναι η σημαντικότερη επινόηση του ανθρώπου και η χρήση των κειμένων, των αποσπασμάτων των κειμένων, της αφήγησης και του σεναρίου ή η λέξη «εσύ» μέσα σε έναν κοίλο καθρέπτη στο μέσον της διαδρομής,  υπογραμμίζουν την μοναδική αυτή ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί, να συγκροτεί τον κόσμο μέσα από τον λόγο και να οργανώνει την μνήμη. Επί σκηνής, μία προσομοίωση του θεωρητικού Θανάση Μουτσόπουλου αφηγείται τις σκέψεις του. Κατ’ αντιστοιχία του ήρωα στην ταινία του Γκοντάρ είναι το υποκείμενο ανάκρισης, θα έλεγε κανείς και το ψυχαναλυόμενο υποκείμενο.

Η κάπως αμήχανη, ακόμα σε πειραματικό στάδιο προσομοίωση του ανθρώπου μέσα από την επαυξημένη πραγματικότητα θα μπορούσε να ιδωθεί ως έκφραση της ανασφάλειας αλλά και της υπεροψίας του ανθρώπου, που από υπαρξιακή αγωνία επιθυμεί να ελέγξει το περιβάλλον του. Με αυτή την έννοια, τα έργα της έκθεσης μπορεί να ιδωθούν ως τοπία της ανθρώπινης συνθήκης. Αποκαλύπτουν την ευθραυστότητα του ανθρώπου και αποπνέουν έναν συνδυασμό μελαγχολίας, ποιητικότητας, ακόμα και παιδικότητας θα έλεγε κανείς, σίγουρα όμως και σκληρότητας. Σε μία οθόνη που πρέπει να περάσει από κάτω της ο θεατής προβάλλεται το τείχος του Βερολίνου το οποίο ανατρέχει σε έναν ιστορικό διχασμό και στον Ψυχρό Πόλεμο. Σε μία άλλη από τις τέσσερις μεγάλες οθόνες στην κυρίως έκθεση παρουσιάζεται  η πυκνοκατοικημένη  πόλη  Νιιγκάτα στην Ιαπωνία, ενώ ένα κείμενο τυπωμένο πάνω στην οθόνη επισημαίνει ότι η σκηνή καταγράφετε από τον καλλιτέχνη ενώ έχει αποκλειστεί στο δωμάτιο του λόγω  πιθανής διαφυγής ραδιενέργειας. Το αποστειρωμένο, τεχνητό αστικό βιομηχανικό περιβάλλον με την  αίσθηση κινδύνου, εναλλάσσονται με εικόνες του όρους Φούτζι μέσα από το αεροπλάνο της επιστροφής ενώ ένα κείμενο που πάλι προβάλλεται στην ίδια οθόνη μνημονεύει τον Χοκουσάι οδηγώντας το νου στις ποιητικές ζωγραφιές του όρους. Το κείμενο επισημαίνει ότι ο Χοκουσάι δεν αντίκρυσε ποτέ το όρος από αυτήν την «όψη» υποδηλώνοντας την σημασία του συνδυασμού της φαντασίας που γεννά τόσο την τέχνη και την δημιουργία σε όλα τα πεδία συμπεριλαμβανομένου της επιστήμης και της τεχνολογίας που δημιουργεί άλλες οπτικές. Αυτό καταδεικνύει και η αναφορά στην ποίηση και στην «αγάπη» που η έκθεση κάνει μέσα από το ηχητικό σενάριο της ταινίας του Γκοντάρ.

Ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός και η μηχανή το δημιούργημά του. Αυτή η τοποθέτηση υπερισχύει στην έκθεση αν και ο επισκέπτης νιώθει ότι ο καλλιτέχνης μιλά και για ένα μεταίχμιο, όχι απαραίτητα σε μία εποχή που τα τεχνολογικά όντα θα αποκτήσουν μία ανεξάρτητη και ίσως επικίνδυνη οντότητα (δεν υπάρχει κακόβουλη μηχανή αλλά κακόβουλη χρήση της) αλλά όπου η διάδραση ανάμεσα στην τεχνολογία και τον άνθρωπο θα δώσει μία νέα δομή στην σκέψη, μία νέα γλώσσα που δεν θα εδράζεται στον διαχωρισμό άνθρωπος και τεχνολογία. Με τον ίδιο τρόπο που η ταινία του Γκοντάρ αποδομεί την αφήγηση και δημιουργεί μία νέα δομή στην πλοκή και στην σχέση χώρου και χρόνου, η έκθεση φαίνεται να προκαλεί τον θεατή να επαναδιαπραγματευτεί τον τρόπο που σχετίζεται με την πραγματικότητα και να φανταστεί έναν κόσμο όπου αλληλοεπιδρά διαφορετικά  από τον σημερινό.

Το ερώτημα για το ποια μορφή μπορεί να πάρει η τέχνη και η γλώσσα σε ένα τέτοιο μέλλον είναι μετέωρο. Η έκθεση δεν θίγει επίσης ζητήματα όπως η επικοινωνία μέσα από το διαδίκτυο και την έννοια της διασυνδεσιμότητας. Με αυτή την έννοια μία σύγχρονη πτυχή απουσιάζει, όμως ο Σαντοριναίος καταθέτει μία πιο «φιλοσοφική», πιο αφαιρετική οπτική γύρω από την σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία.

Στην έκθεση, η υλικότητα, η παρουσία, ο ιστορικός χώρος του ίδιου του κινηματογράφου, η φθορά του χρόνου, η αφή και οι αισθήσεις γειώνουν το άγνωστο και άυλο στην ίδια την ζωή ενώ η γλώσσα (κείμενα ή λόγος) υποδηλώνει την δομή που συγκροτεί την κάθε πραγματικότητα. Η έκθεση που έχει ένα ιδιαίτερο στίγμα ως διαδραστικό, εικαστικό και εννοιολογικό σύνολο εκτυλίσσεται κάπως σαν μία ταινία, με μία πλοκή στην οποία παρελθόν, παρόν και μέλλον τροφοδοτούν το ένα το άλλο, μία ταινία στην οποία ο άνθρωπος είναι τόσο δημιουργός όσο και θεατής.

Η έκθεση TEXNHTH  NOHMOΣΥΝΗ στο Αλφαβίλ (Mαυρομιχάλη 168) διαρκεί έως 16/1. Ώρες 12 – 15:00μμ  & 18:00 – 20:30.

TAGS