Νίκος Νέσκες.Χωρίς τίτλο,λάδι σε καμβά 50Χ70 εκ. 2021

Νίκος Νέσκες στην γκαλερί 7

Μία σπουδή πάνω στο σκοτάδι και ένα παιχνίδι ανάμεσα σε αυτό που κρύβεται και σε αυτό που αποκαλύπτεται, ανάμεσα στην μορφή και την αφαίρεση συγκροτεί η ατομική έκθεση του Νίκου Νέσκε, που επιμελείται η Ελισάβετ Πλέσσα, με τίτλο «Οι πέπλοι της ζωγραφικής» στην γκαλερί 7.

Σε αντίθεση με την χρωματική έκρηξη της παλαιότερης δουλειάς του, ο Νίκος Νέσκες χτίζει την επιφάνεια του καμβά με αποχρώσεις τόσο σκούρες ώστε όλες μαζί, η μία πάνω ή δίπλα στην άλλη, να προσεγγίζουν το μαύρο: το μαύρο που δημιουργεί ένα κενό χώρο για να περιπλανηθεί το βλέμμα. Κυρίως όμως, το «μαύρο» που μαγνητίζει το βλέμμα του θεατή πάνω στην επιφάνεια του πίνακα για να εξακριβώσει τί ακριβώς συντελείται πάνω της. Διότι από το «μαύρο», από το πλούσιο σκούρο χρώμα, αναδύονται μορφές και  -σε κάποια έργα – ανεστραμμένα γράμματα. Αν και οι μορφές είναι ευδιάκριτες, κάποια σημεία τους, περιγράμματα του σώματος ή ενδύματός τους, φαίνονται μόνο αν βυθιστεί κανείς στην πλούσια χρωματική ματιέρα.  Ασυναίσθητα το μυαλό ταξιδεύει στο μυστηριακό μαύρο του Μαλέβιτς, το σημείο μηδέν απ’ όπου αναδύεται η μορφή, γεννιέται μία καινούρια τέχνη. Το μαύρο που είναι η αρχή και το τέλος, το απόλυτο. Το μαύρο από το οποίο, σύμφωνα με τον Πισαρό, ο Ματίς έχτιζε το φως. Για έναν σύγχρονο καλλιτέχνη που καταπιάνεται με την ζωγραφική, το μαύρο είναι ένα εργαλείο για να μιλήσει για την μορφή. Φόντο και μορφή, χρώμα και σχήμα χάνονται το ένα μέσα στο άλλο και έτσι το ζητούμενο γίνεται, το πώς αναδύεται η εικόνα, τόσο μέσα από την δημιουργία όσο και από το κοίταγμα.

Μέλημα του καλλιτέχνη φαίνεται να είναι το ενδιαφέρον πάντρεμα αφαίρεσης και παραστατικότητας. Παράλληλα, ο Νέσκες επιχειρεί ένα παιχνίδι με τον χρόνο και την ενθύμηση ενός ξεχασμένου παρελθόντος ή και μίας παλαιάς ζωγραφικής. Από μία άποψη είναι ο χρόνος που έχει αφήσει τα σημάδια του στην μορφή, έχει κρύψει την μορφή κάτω από τα σημάδια του. Αυτό που φαίνεται και αυτό που αποκαλύπτεται είναι η περιπέτεια της ζωγραφικής ως παλαιό μέσο στο χρόνο, πώς βλέπουμε το παλαιό σήμερα, και οι προκλήσεις που μία σύγχρονη ζωγραφική μπορεί να δημιουργήσει στο βλέμμα του θεατή. Είναι δηλαδή και ένα «πείραγμα» του βλέμματος. Ενώ όμως τέτοιου τύπου ζητήματα που ενεργοποιεί η ζωγραφική του Νέσκε μπορεί να κερδίσουν τον θεατή, η ίδια η εκτέλεση μάλλον δεν έχει την αντίστοιχη επίδραση.

Το βλέμμα από μόνο του αποτελεί μία οπτική από την οποία μπορεί κανείς να δει τα έργα. Οι πεπλοφορεμένες, επιβλητικές φιγούρες μπορούν άραγε να δουν τον θεατή πίσω από το άσπρο πέπλο, το μόνο λαμπερό στοιχείο στα έργα (πάλι σε σχέση με τον  με τις χαρακτηριστικές, μυστήριες φιγούρες που απεικονίζει ο καλλιτέχνης; Είναι τόσο υποκείμενο όσο και αντικείμενο όρασης. Ποιος κοιτάζει ποιόν; Τα ανεστραμμένα γράμματα γυρίζουν τον πλάτη στον θεατή αλλά μπορoύν να διαβαστούν από τις μορφές που απεικονίζονται.

Aυτό το παιχνίδι, το μέσα-έξω, το βλέμμα που κοιτάζει προς τα μέσα και προς τα έξω (η όραση και η ενόραση όπως σημειώνει εύστοχα η επιμελήτρια στο κείμενό της), η προστασία της εικόνας (μεταφορικά μέσα από το πέπλο) ή η ακύρωσή της ( με τις δυσδιάκριτες, σβησμένες φιγούρες ή το σκέπασμα) ενεργοποιούν την περιπέτεια του βλέμματος. Παράγουν επίσης μία αμφισημία γύρω από το πού ξεκινά και πού τελειώνει ένα έργο (τα όρια του ζωγραφικού πεδίου), μία αμφισημία που ζωντανεύει το αναδυόμενο μέσα από τα έργα απόκοσμο, μυστηριώδες περιβάλλον. Ιδωμένα ως σύνολο, τα έργα παραπέμπουν πράγματι σε έναν φανταστικό ή φαντασιακό κόσμο με νεογκόθ στοιχεία και με μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τα έργα του Μπαίκλιν και την εσωτερικότητα του συμβολισμού. Λόγω αυτής της αινιγματικής διάστασης, τα έργα μικρών διαστάσεων είναι ίσως και τα πιο εύγλωττα.

Η μοναδική φύση – έργο άτιτλο όπως και όλοι οι πίνακες στην έκθεση – θυμίζει σκηνικό από ένα ερειπωμένο κάστρο ενώ σε μία γωνιά της γκαλερί το κουτί με τα παλαιά αντικείμενα, προπλάσματα και εργαλεία του ζωγράφου, είναι σαν τα χνάρια ενός παρελθόντος.

Από τα ενδιαφέροντα στοιχεία στα ζωγραφικά έργα είναι το άσπρο πέπλο όχι μόνο διότι δίνει παλμό και φως στην σύνθεση αλλά και διότι δημιουργεί μία αίσθηση του ιερού, μία αίσθηση που επαυξάνει το έργο με το χρυσό φόντο. Οι πεπλοφορεμένες μορφές θα μπορούσαν να είναι μία μεταφορά της Μαντόνα αλλά εμμέσως, και μία αναφορά στο μυστήριο της ζωγραφικής και την δημιουργία της εικόνας.

Αόριστα και γενικά, θα έλεγε κανείς ότι ο προβληματισμός γύρω από την δημιουργία της εικόνας και από την σχέση αυτού του κρυμμένου και του φανερού ίσως να συσχετίζεται με την σημερινή τάση αναστοχασμού και επανεξέτασης του παρελθόντος ενώ τα νεογκόθ στοιχεία σε μία αναδίπλωση στον εαυτό και στην γοητεία αλλά και απειλή του άγνωστου και ανοίκειου. Παρά τα αφαιρετικά στοιχεία, η ζωγραφική του Νέσκε αναπαριστά ένα περιβάλλον, έχει δηλαδή στοιχεία αφήγησης. Όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στο εξής ερώτημα: τελικά ο ζωγράφος από τη μία και ο θεατής από την άλλη σκεπάζουν ή ξεσκεπάζουν; Η ίδια η εικόνα τί αφήνει να φανεί και τί κρατά κρυμμένο; Το πέπλο κρύβει ή αποκαλύπτει; Ο καλλιτέχνης αφήνει το ερώτημα ανοιχτό και με σεβασμό για την παράδοση της ζωγραφικής, υπενθυμίζει στον θεατή τις δυνατότητες του μέσου.

 

H έκθεση του Νίκου Νέσκε στην γκαλερί 7 διαρκεί έως τις 16 Οκτωβρίου.

TAGS