Ναυσικά Πάστρα, Βιέννη, 1963, Courtesy archive of the artist and Kalfayan Galleries

«Ναυσικά Πάστρα: Τα χρόνια της Βιέννης (1956 – 1963)» στην Kalfayan Galleries

Μια σειρά από πρώιμα έργα, τα οποία όμως εμπεριέχουν τις βασικές σκέψεις που δομεί όλο το έργο της γλύπτριας.

Στα πρώτα βήματα της γλύπτριας Ναυσικάς Πάστρα (1921-2011) και ειδικά στα χρόνια που έζησε στην Βιέννη από το 1957-1963 εστιάζει η έκθεση που επιμελείται ο καθηγητής Εμμανουήλ Μαυρομμάτης στην γκαλερί Kalfayan. Μία ιδιαιτερότητα της έκθεσης είναι ότι ανασυστήνει το περιεχόμενο και το στήσιμο της πρώτης έκθεσης της τότε νεαρής γλύπτριας στην βιεννέζικη γκαλερί Würthle, γεγονός που της προσδίδει ένα ιστορικό χαρακτήρα. Ιδωμένη και στο πλαίσιο μίας παλαιότερης έκθεσης στην ίδια γκαλερί με μεταγενέστερα έργα της καλλιτέχνιδος, η έκθεση συμβάλλει στο να δείξει την πορεία της δουλειάς της με μικρές, μεστές και εστιασμένες παρουσιάσεις του έργου της.

Ένας λόγος που καθιστά την έκθεση σημαντική είναι ότι εκτός από το ότι βοηθά στην γενικότερη μελέτη και καταγραφή της ελληνικής μεταπολεμικής γλυπτικής, συγκροτεί ένα σύνολο από έργα με συνοχή και σαφή κατεύθυνση. Οι μπρούντζινες και τσιμεντένιες ανθρωπόμορφες φιγούρες εκφράζουν ένα ενδιαφέρον γύρω από το πώς ο όγκος ενός γλυπτού μπορεί να αποτυπώσει τους άξονες του ανθρώπινου σώματος σε διαφορετικές στάσεις του και σε ισορροπία καθώς, και, στην συνέχεια, να μεταφέρει την αίσθηση αυτή στο χώρο. Η γραμμικότητα, το κάθετο και οριζόντιο στοιχείο είναι επομένως αισθητό. Συνδυάζεται επίσης με μία έντονη υλικότητα και ματιέρα.

Μορφολογικά απέχουν πολύ από τα γεωμετρικά αφαιρετικά έργα που ακολουθούν (ένα ενδιάμεσο στάδιο είναι τα κυβιστικά κεφάλια και οι οργανικές μορφές) όπως τα έργα που συνδυάζουν το τετράγωνο με τον κύκλο – χαρακτηριστικό είναι το Σύνεκτρον  και η σειρά Αναλογικά – ή τα γλυπτά που έχουν μία αίσθηση κίνησης και εξάπλωσης στο χώρο.  Παρ’ όλες τις διαφορές τους, τα πρώιμα αυτά έργα όμως εμπεριέχουν τις βασικές σκέψεις που δομεί όλο το έργο της γλύπτριας. Δείχνουν το ενδιαφέρον της για την φύση και την παρατήρησή της, τους κανόνες της γεωμετρίας και ειδικά τον τρόπο που η ισορροπία δημιουργείται από τους διαφορετικούς άξονες και τον συνδυασμό τους σε ένα γλυπτό. Κυρίως εκφράζουν το πώς όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί στα μέρη ενός γλυπτού αλλάζει και η απόδοση του χώρου. Οι προβληματισμοί αυτοί παραμένουν σε όλο το έργο της. Εκείνο που τροποποιείται είναι η απόδοση τους μορφολογικά.

Στην έκθεση, δύο από τα έργα, ένας αμφορέας και ένα γύψινο άσπρο γλυπτό ξαφνιάζουν σε αντιπαραβολή με τις αυλακωμένες φόρμες των μπρούντζινων γλυπτών. Εδώ οι επιφάνειες είναι στιλπνές και λείπει η ένταση που χαρακτηρίζει τα άλλα έργα. Αποτελούν όμως την αφετηρία της έκθεσης διότι δείχνουν έναν θεμελιώδη τρόπο δουλειάς που η καλλιτέχνης έμαθε στον Fritz Wotruba δάσκαλό της στην Βιέννη κατά το οποίο το αγγείο/γλυπτό φτιάχνεται τοποθετώντας δαχτυλίδια από πηλό το ένα πάνω στο άλλο. Την ίδια λογική της υπέρθεσης λωρίδων από πηλό θα ακολουθήσει η καλλιτέχνις και στα ανθρωπομορφικά γλυπτά που χυτεύονται σε μπρούντζο.  Tόσο το Βάζο (1956) όσο και ο Torso Aμφορέας εκφράζουν την ανθρωποκεντρική θεματική των πρώτων έργω της που ήδη από εκείνα τα πρώτα χρόνια όμως έχει έντονα στοιχεία αφαίρεσης.  Η αποδέσμευση από την αναπαραστατικότητα και η μελέτη του χώρου και του όγκου είναι όπως σε όλη την γλυπτική της εποχής εκείνης το σημείο του ενδιαφέροντος.

Η σχέση του «προσθέτω αλλά και αφαιρώ», της υπέρθεσης όγκων και ταυτόχρονα την απόδοση της αίσθησης μίας αφαιρετικής αλλά συμπαγούς μορφής που μοιάζει να ανυψώνεται, της εσοχής και της εξοχής, συμβάλλει στην εντύπωση μίας λεπτής ισορροπίας. Στην έκθεση, η ξεχωριστή ενότητα με τα σχέδια, γραμμές σε χαρτί που αφαιρετικά σχηματίζουν ένα ανθρώπινο σώμα, λειτουργούν ως μικρές ανάσες από το συμπαγές των γλυπτών. Είτε ως λωρίδες υλικού που μοιάζουν με σταλαγμίτες, είτε ως αυλακώσεις είτε αργότερα ως γεωμετρία και γραμμές στο χώρο, η σημασία της γραμμής ως άξονα ισορροπίας και η εκδοχή της γραμμής ως όγκος στο χώρο, η ως μεταβλητές που ανάλογα με τους συνδυασμούς τους «μεταβάλλουν» και τον χώρο αποτελούν τον κοινό παρανομαστή.

Η έκθεση με την εστίασή της σε μία περίοδο βοηθά στο να αποκομίσει κανείς μία καθαρή κατανόηση του έργου της Πάστρα. Έχοντάς την δει, ο θεατή μπορεί επομένως να αντιληφθεί το έργο της Ναυσικάς Πάστρα καλύτερα και σε τυχόν άλλες εκθέσεις με θέμα κάποια μεταγενέστερη περίοδο στην δουλειά της.

 

«ΝΑΥΣΙΚΑ ΠΑΣΤΡΑ: ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ (1956-1963)», Kalfayan Galleries, (Χάρητος 11), ως 30/4.

TAGS