Matthew Lutz-Kinoy «La Phalène», 2021, oil on canvas © The Artist

Male Nudes στη Mendes Wood DM

Η Αλεξάνδρα Κοροξενίδη γράφει κριτική για τη διαδικτυακή έκθεση Male Nudes της γκαλερί Mendes Wood

Ο λόγος περί βιοπολιτικής που πυροδότησε η υγειονομική κρίση, η σχέση του σώματος με την εξουσία, ελεγχόμενου από κοινωνικούς μηχανισμούς αλλά και ως πεδίο προάσπισης της ατομικής ελευθερίας και του δικαιώματος στην διαφορά έχουν προκαλέσει ένα νέο ενδιαφέρον γύρω από την παρουσία και την ερμηνεία του σώματος στην τέχνη. Σε αυτό το ενδιαφέρον έχουν δίχως άλλο παίξει ρόλο και οι νέες ισορροπίες που δημιουργεί το όλο και πιο κυρίαρχο ψηφιακό περιβάλλον σε σχέση με τις αισθήσεις, την σωματική επαφή και την πρόσληψη του σώματος αλλά και της σεξουαλικότητας.

Χωρίς να έχει καμία άμεση αναφορά στις παραπάνω συνθήκες, η διαδικτυακή έκθεση Μale Nudes: a salon from 1800 to 2021 που οργανώνει η βραζιλιάνικη γκαλερί Mendes Wood μπορεί να εκληφθεί ως μία έμμεση αντίδραση στους παραπάνω προβληματισμούς.

Στο επίκεντρο είναι το ανδρικό γυμνό στην τέχνη μέσα από μία επιλογή και αντίστιξη έργων που χρονολογούνται από τις αρχές του 19ου αιώνα ως σήμερα και ξετυλίγουν τη «μυθολογία» του ανδρικού σώματος στην τέχνη . Το εγχείρημα είναι φιλόδοξο αλλά η επιτυχία του μερική κυρίως επειδή ο συσχετισμός έργων εκτός του ιστορικού συγκείμενου βασίζεται ως επί το πλείστον σε υπόγειους παραλληλισμούς που δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμοι από το μη ειδικό κοινό, πόσω μάλλον όταν δεν έχει προβλεφθεί μία πιο αναλυτική, ψηφιακή περιήγηση της έκθεσης. Η ανιστορική αυτή ματιά οδηγεί σε αρκετές απλουστεύσεις που εντέλει μειώνουν και το αυτόνομο βάρος ορισμένων από τα πολύ αξιόλογα έργα της έκθεσης. Η παρουσίαση για παράδειγμα γλυπτού του  Εugène Bourgouin (1880-1924) δίπλα σε φωτογραφία του Wolfgang Tillmans συνδέεται μάλλον χαλαρά με ένα σχόλιο πάνω από την εικόνα του ανδρικού σώματος μέσα από τον κλασικό, αισθητικό κανόνα. Εννοιολογικά αδύναμη είναι επίσης η παρουσίαση φωτογραφίας του Robert Mapplethorpe με ένα σχέδιο του Jean Cocteau.

Η έκθεση έχει πάντως ενδιαφέρον ως μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ανδρικού σώματος και της ανδρικής ταυτότητας. Στην στερεοτυπική εικόνα του ανδρικού σώματος ως φορέα εξουσίας και επιβολής στο γυναικείο φύλο αντιτάσσει το ανδρικό σώμα ως ευάλωτο, φθαρτό και ως το πεδίο προβολής πολιτιστικών στερεοτύπων. Παράλληλα, έχει κανείς την αίσθηση ότι ανοίγει τον δρόμο προς μία πιο απενοχοποιημένη πρόσληψη του ανδρικού σώματος σε σχέση με το ωραίο, όχι αναγκαστικά συνδεδεμένο με τον ναρκισσισμό ή την ομοερωτική κουλτούρα. Ούτε όμως (συνδέει) το ωραίο με την μορφή του ιδεατού σώματος όπως αποδόθηκε από τον παγιωμένο κλασικό κανόνα που η έκθεση παρουσιάζει ως ένα άλλο κυρίαρχο αφήγημα στην πρόσληψη του ανδρικού γυμνού. Εμμέσως, η έκθεση υποστηρίζει μία μη φαλλοκρατική πρόσληψη του ανδρικού σώματος, βλέπει κριτικά την  ταύτιση του ανδρικού σώματος μόνο με την δύναμη και την εξουσία που ασκείται σε κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες αλλά και αμφισβητεί την συστηματική επιδίωξη της ομορφιάς ως ένδειξη θηλυπρέπειας, κλονίζοντας έτσι ένα παγιωμένο στερεότυπο περί ανδρικής φύσης. Μέσα από το ανδρικό σώμα αποκαλύπτει την ομορφιά ως επιθυμία, ερωτισμό, ζωτική δύναμη αλλά και με ένα άνοιγμα στον κόσμο που οδηγεί και στην αποδοχή του διαφορετικού.

Χωρίς να αποτελεί το μόνο ή το πιο προφανές γνώρισμά της, η έκθεση χαράσσει έναν άλλο δρόμο από αυτόν που εκλαμβάνει την ανδρική ταυτότητα ως σύμφυτη με τους θεσμούς και το συμβολικό και το λόγο και την γυναικεία με την καταγωγή, το άγνωστο και την φύση, δηλαδή με εξω-πολιτισμικές δυνάμεις: ενδεικτικό αυτού είναι το γλυπτό της Erika Verzutti αλλά και το σχέδιο του Μatthew Lutz-Kinoy.

Εκθέτει επίσης την σωματικότητα ως έναν πρωτόγονο ερωτισμό μέσα από τον οποίο το δυτικό στερεότυπο διαβάζει το σώμα των μαύρων ή τους μη δυτικούς πολιτισμούς. Το έργο του Αntonio Oba όπως και άλλων Βραζιλιάνων καλλιτεχνών που δίνουν ένα έντονο στίγμα στην έκθεση, φανερώνει τέτοιες προβληματικές οπτικές. Από μία λίγο διαφορετική ματιά που βλέπει το σώμα ως φύση και δημιουργία, ως κάτι τόσο πρωτογενές όσο και η καλλιτεχνική δημιουργία βασίζεται και η παρουσίαση της σωματικής τέχνης του Αntonio Manuel που χρησιμοποιεί το σώμα του στην πολιτική του τέχνη δείχνοντας έτσι τις σχέσεις δυνάμεων ανάμεσα στο φυσικό και το πολιτιστικό.

Η έκθεση μπορεί να λειτουργήσει ως μία πρόσκληση σε μία μεγαλύτερη εμβάθυνση στην ιστορία της απόδοσης του ανδρικού γυμνού. Κάθε ματιά στο παρελθόν είναι και μία ερμηνεία εμποτισμένη από το σήμερα. Το γυμνό στην τέχνη και στην αντίληψή μας δεν είναι κάτι αθώο και αυτή είναι τελικά η αίσθηση που αφήνει η έκθεση κι ένα από τα πιο εποικοδομητικἀ της στοιχεία.