Γιανούλης Χαλεπάς “Δούναι & Λαβείν”-“Παραμύθι της πεντάμορφης ΙΙ”, 1918 γύψος, συλλογή Iδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, μόνιμη έκθεση Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού ©Alexandros Avramidis

Γιανούλης Χαλεπάς: «ΔΟΥΝΑΙ και ΛΑΒΕΙΝ»

Μιά έκθεση που εισχωρεί στο “εργαστήριο” και βλέπέι πέρα από τον μύθο ενός από τους πρώτους μοντέρνους γλύπτες της ελληνικής τέχνης.

 

Η ανακεκλιμένη γυμνή γυναικεία φιγούρα Κόρη με τριαντάφυλλο (1937), κεντρικά τοποθετημένη στην έκθεση Γιανούλης Χαλεπάς: «ΔΟΥΝΑΙ και ΛΑΒΕΙΝ», στην πληρέστερη έως σήμερα παρουσίαση έργων του γλύπτη, λειτουργεί έμμεσα και εύστοχα ως ο πρόλογος και ο επίλογος στην αφήγηση της σημαντικής αυτής έκθεσης στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, σε επιμέλεια της γενικής διευθύντριας του Ιδρύματος Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά και συμπαραγωγή του Onassis Culture. (Ένα μεγάλο μέρος της έκθεσης προέρχεται από την αξιόλογη και όχι ευρέως γνωστή συλλογή ιστορικών έργων τέχνης του Ιδρύματος Ωνάση, ενώ το σύνολο των έργων ανήκε αρχικά στη συλλογή Ειρήνης και Βασιλείου Χαλεπά, ανιψιών του καλλιτέχνη, εκ των οποίων ένα τμήμα απέκτησε και η Εθνική Πινακοθήκη.)

 

Το γλυπτό δεν είναι μόνο ενδεικτικό της ενασχόλησης του καλλιτέχνη με τη γυναικεία φιγούρα, είτε αυτή προέρχεται από την αρχαιότητα και τους μύθους (όπως η Μήδεια, η Αφροδίτη, η Αντιγόνη, η Πεντάμορφη) είτε από το καθημερινό και συγγενικό περιβάλλον του. Παρουσιάζει ενδιαφέρον,  διότι, παρ’ ότι ένα όψιμο γλυπτό ενσωματώνει το κλασικό, αναπαραστατικό ιδίωμα που τόσο καίρια φαίνεται στη γνωστή Κοιμωμένη (1877-1878) του γλύπτη, ωστόσο εκφράζει κυρίως το αφαιρετικό ιδίωμα που κάνει τον Χαλεπά έναν από τους πρώτους μοντέρνους γλύπτες: το ανολοκλήρωτο, το γλυπτό που δεν απεικονίζει μία μορφή αλλά δείχνει την ίδια την καλλιτεχνική διαδικασία, την αίσθηση της μορφής που βγαίνει από το συμπαγές υλικό, το ακατέργαστο και την αίσθηση του πρωτογενούς.

 

Αυτός ο διάλογος κλασικού – μοντέρνου, ανάμεσα στη μορφή και το υλικό, παράγει μία ιδιαίτερη ένταση, μία δημιουργική ορμή που διαποτίζει έργο και βίο του Χαλεπά. Η έκθεση καταφέρνει να αποδώσει την ένταση συνδυασμένη με μία αίσθηση ροής, αρμονίας και καλλιτεχνικής συνέπειας. Κατ’ αρχήν, διότι τα ίδια τα γλυπτά είναι τοποθετημένα ώστε ο θεατής να περιβάλλεται από το βλέμμα των μορφών, έτσι που να νιώθει ότι οι μορφές δεν είναι μόνο αντικείμενο θέασης αλλά και θεατές που τον κοιτάζουν.

 

Ο Χαλεπάς με τον Εκατόγχειρα (Στρούζα). Ιδιωτική Συλλογή

Παρ’ ότι πυκνή με πάνω από 150 έργα, εκ των οποίων τα περισσότερα γλυπτά φορτισμένα με ένταση, η έκθεση καταφέρνει να υπερβεί τις δυσκολίες του χώρου και να δημιουργήσει μία κυκλική τροχιά που απορροφά τον θεατή και κεντρίζει το βλέμμα, δημιουργώντας οπτικούς συσχετισμούς ανάμεσα στα έργα που προβάλλουν στα ανοίγματα που χωρίζουν τους διαφορετικούς χώρους τής κατά τα άλλα ενιαίας αίθουσας. Η Κόρη με τριαντάφυλλο, για παράδειγμα, βρίσκεται στον ίδιο άξονα οπτικής θέασης με την Προτομή σατύρου (1878), ένα από τα πρώτα έργα του καλλιτέχνη. Η τοποθέτηση των έργων με χρονολογικά γραμμική σειρά (από τη νεανική του περίοδο στην Τήνο το 1870-1878 έως την εμφάνιση της αρρώστιας του, την περίοδο της επανόδου του από το ψυχιατρείο της Κέρκυρας πίσω στην Τήνο το 1902-1930, και την περίοδο της Αθήνας 1930-1938) αλλά και θεματολογική (έργα εμπνευσμένα από την ελληνική αρχαιότητα, τη θρησκεία και την καθημερινή ζωή) εμπλέκεται έτσι με μία διαδρομή, πραγματική και εννοιολογική, στην οποία ο θεατής περνάει αβίαστα από τη μία «περίοδο» στην άλλη. Εμμέσως μεταφέρει, με τον τρόπο αυτόν, την αίσθηση της συνεκτικότητας στο έργο του καλλιτέχνη καθώς και την επανάληψη, το μοτίβο, το πώς ο Χαλεπάς επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο το υλικό της γλυπτικής, που, αν εξαιρέσει κανείς την πρώτη περίοδο, επιλέγει να είναι ο πηλός. Το εύπλαστο του πηλού επιτρέπει να αναδειχθεί το σμίλευμα. Ταυτόχρονα, η επιλογή του υλικού εξηγεί εν μέρει το συμπαγές των γλυπτών του, καθώς ο πηλός, εν αντιθέσει με το μάρμαρο, είναι μαλακό υλικό και πιο δύσκολο να σταθεί ως όγκος. Θα ήταν μάλιστα ενδιαφέρον να φανταστεί κανείς πώς τα γλυπτά σε πηλό, που κατακλύζουν τη δεύτερη και την τρίτη περίοδο του καλλιτέχνη, θα έμοιαζαν αν είχαν μεταφερθεί σε μάρμαρο.

 

 

 

Παρ’ ότι στη γλυπτική τα σχέδια δεν λειτουργούν ως αναγκαία συνθήκη, το γεγονός ότι ο Χαλεπάς ήταν ένας γλύπτης που δούλεψε κατεξοχήν στον πηλό φαίνεται να ταιριάζει με την εμμονή που είχε με το σχέδιο, δηλαδή την άσκηση, την προετοιμασία. Τα εξαιρετικά σχέδια της έκθεσης προβάλλουν την εσωτερική συνοχή στο έργο του (που η έκθεση τονίζει μέσα από ζεύγη συσχετισμών) ενώ λειτουργούν ως οπτικές ανάσες ανάμεσα στα γλυπτά.

 

Εκτός όμως από την ίδια την παρουσίαση και την επιμελητική προσέγγιση, αξίζει να σταθεί κανείς και στην επιλογή αξιόλογων έργων του καλλιτέχνη, μεταξύ των οποίων ο Οιδίπους και Αντιγόνη (1930) και, κυρίως, στην παρουσίαση για πρώτη φορά όλων των κατάστιχων της επιχείρησης μαρμαροτεχνίας του πατέρα του Χαλεπά (για πρώτη φορά εκτίθεται και η Προτομή της Ευτυχίας του 1931 από τη συλλογή του Ιδρύματος Ωνάση), οι σελίδες των οποίων είναι γεμάτες με σχέδια του Χαλεπά. Ο τίτλος «ΔΟΥΝΑΙ και ΛΑΒΕΙΝ», από τις σελίδες των κατάστιχων, αντανακλά εξάλλου την αμφίδρομη σχέση γλυπτών – σχεδίων, μορφής και περιεχομένου.

 

Υπονοεί επίσης τις επιδράσεις (ΛΑΒΕΙΝ) στο έργο του Χαλεπά, που ο ίδιος μεταπλάθει σε ένα δικό του ιδίωμα (ΔΟΥΝΑΙ). Το ποιες είναι αυτές οι επιδράσεις έγκειται στην ερμηνεία της ιστορίας της τέχνης. Με εξαίρεση την πρώτη περίοδο του καλλιτέχνη όπου, όπως φαίνεται μέσα από ντοκουμέντα ή άλλα έργα που παρουσιάζονται, υπάρχει η επίδραση της κλασικής γλυπτικής και του έργου του Δημήτρη Φιλιππότη, η έκθεση εύλογα δεν κάνει άλλους σαφείς παραλληλισμούς, διότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Από κάποια λεγόμενά του προκύπτει, βέβαια, ότι δεν επιθυμούσε το περιττό και ότι θεωρούσε πως ένα γλυπτό πρέπει να μπορεί να ιδωθεί από όλες τις πλευρές του. Αυτό είναι εμφανές, για παράδειγμα, στα αμφίπλευρα γλυπτά του. Οι συχνές συγκρίσεις με τον Rodin, τον Matisse ή άλλους μοντέρνους καλλιτέχνες, ή με τον εξπρεσιονισμό στη γλυπτική του τέλους του 19ου αιώνα, είναι συχνές και στυλιστικά βάσιμες, όμως πρέπει να αποτιμώνται και σε ιστορικό πλαίσιο.

 

Η έκθεση στο Τελλόγλειο Ίδρυμα παρέχει μία τέτοια ευκαιρία. Δίνει τη δυνατότητα να δει κανείς το έργο του Χαλεπά και εκτός του «μύθου» του και να εισχωρήσει στο «εργαστήριό» του, στον εκφραστικό πλούτο ενός από τους πρώτους μοντέρνους γλύπτες της ελληνικής τέχνης.

 

ΓΙΑΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ «ΔΟΥΝΑΙ ΚΑΙ ΛΑΒΕΙΝ», ΤΕΛΛΟΓΛΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΕΧΝΩΝ Α.Π.Θ. Έως 5 Ιουνίου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 6 της The Artnewspaper Grecce (ΑΠΡΙΛΙΟΣ-ΜΑΙΟΣ)

TAGS