Ελέσα Αντύπα “Christina”

Ελέσα Αντύπα στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών

Αυτή τη βδομάδα η Αλεξάνδρα Κοροξενίδη επισκέφτηκε και γράφει κριτική για την έκθεση «Ορίζοντες του Βλέμματος» της Ελέσας Αντύπα στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών.

 

Ο τίτλος «Ορίζοντες του Βλέμματος» της πρώτης ατομικής έκθεσης της Ελέσας Αντύπα που επιμελείται η Ελισάβετ Πλέσσα στην Αίθουσα τέχνης Αθηνών, περιγράφει το κύριο γνώρισμα στην σειράς των πορτρέτων της ζωγράφου, δηλαδή την περιπέτεια του βλέμματος και την συνάντηση του απεικονιζόμενου και της ίδιας της ζωγραφικής με το βλέμμα του θεατή.

Η έκθεση επαναφέρει την θεωρία του βλέμματος που έχει απασχολήσει διαφορετικές θεωρητικές ερμηνείες (για παράδειγμα, τον φεμινισμό και την ψυχαναλυτική οπτική αλλά και τον φορμαλισμό) και, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόθεση, θέτει το ερώτημα του γιατί και πώς η επισήμανση του βλέμματος, ο ρόλος του θεατή και η οπτική εμπειρία αποκτά σύγχρονη σημασία στην αναπαράσταση και την εμπειρία ενός έργου τέχνης.

Η καλλιτέχνης χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές ώστε να εστιάσει το βλέμμα κατευθείαν στο μοντέλο της: ζωγραφίζει τις μορφές της σε φόντο ουδέτερου γκρι χρώματος και χωρίς διάκοσμο και δημιουργεί φυγές και οπτικές που κατευθύνουν το βλέμμα πάνω στο μοντέλα. Σε κάποιες συνθέσεις χρησιμοποιεί ένα μακρόστενο κάθετο καδράρισμα που δείχνει το μέρος ενός εννοούμενου μεγαλύτερου συνόλου. Κυρίως όμως απεικονίζει τον εαυτό της και τους κοντινούς της ανθρώπους με το βλέμμα τους να κατευθύνεται έξω από την σύνθεση, κάτι που γίνεται ακόμα εντονότερο στα έργα που αναπαριστούν δύο ανθρώπους που είναι μαζί και δεν αντικρύζουν ο ένας τον άλλο, είναι μαζί αλλά χώρια.

Ακόμα και στα έργα που ο απεικονιζόμενος δεν κοιτάζει έξω από το πεδίο του πίνακα, το βλέμμα είναι επίσης το καίριο σημείο, ένα βλέμμα που κατευθύνεται προς κάτι που δεν φαίνεται στην ίδια την σύνθεση, ένα βλέμμα που μοιάζει να περιμένει, να πλανάται να αποζητά. Πρόκειται για ένα βλέμμα τόσο μελαγχολικό όσο και οι γκρι χρωματικοί τόνοι των έργων, ένα βλέμμα που απογυμνώνει την ύπαρξη στο πυρήνα της, που κοιτάζει τόσο έξω όσο και μέσα, επιζητώντας μία πληρότητα μέσα από την συνάντηση με τον άλλο.

Το γεγονός ότι τα περισσότερα έργα είναι γυμνά πορτρέτα υπογραμμίζει μεταφορικά, και δια μέσω της γυμνότητας, την αίσθηση της απόλυτης έκθεσης, του καθαρού, ειλικρινούς και έντονου, παρότι αινιγματικού, βλέμματος, την απόσταση από οποιονδήποτε ρόλο (κοινωνικό, φύλου κλπ),εν τέλει την παρουσία του ανθρώπου  με μια υπαρξιακή διάσταση.

Το βλέμμα δηλώνει μία επιθυμία, μελαγχολική και βασανιστική, αλλά ζωτική, μία ριζωμένη επιθυμία που δεν ησυχάζει ακόμα και σε στιγμές ανάπαυσης (πολλές μορφές είναι ξαπλωμένες). Έχει κανείς την αίσθηση, ότι η ζωγράφος, ίσως και λόγω των σπουδών της στην ψυχολογία, χρησιμοποιεί το βλέμμα με την ψυχαναλυτική, εν μέρει λακανική σημασία της ανάγκης και επιθυμίας για μία ολοκλήρωση και αυτονόμησης. Αυτή η ολοκλήρωση, του ζωγράφου, του θεατή αλλά και του μοντέλου (άρα και εμμέσως της ζωγραφικής) επιτυγχάνεται μέσα από την συνάντηση και προσεκτική παρατήρηση του ζωγράφου με το μοντέλο του, της εικόνας με τον θεατή. Το ίδιο το έργο είναι ανοιχτό, αποσπασματικό, έτσι ώστε κάθε πίνακας γίνεται μέρος ενός συνόλου, κομμάτι μίας ζωγραφικής εγκατάστασης. Με αυτή την έννοια η δουλειά της Αντύπα αντλεί από την πλούσια παράδοσης της απεικόνισης του βλέμματος στην ζωγραφική για να επαναφέρει ένα κλασικό θέμα, το ζήτημα της δημιουργίας και της περιπέτειας της ζωγραφικής, αλλά στο πλαίσιο της σημερινής τέχνης και σε σχέση με ερωτήματα όπως ο βαθμός στον οποίο ο σύγχρονος θεατής εξαντλεί τις δυνατότητες του προσεκτικού βλέμματος, στο αν βλέπει αποσπασματικά, στο αν συνθέτει μέσα από την σύνδεση όσα τον περιβάλλουν.

Στην σημερινή, οπτική εποχή, η Αντύπα υπενθυμίζει στον θεατή ότι η ζωγραφική απευθύνεται και αφορά στην όραση αλλά εννοεί μια όραση με μία ευρύτερη έννοια: την όραση ως το άγγιγμα του βλέμματος πάνω στα πράγματα, την όραση που ακουμπά πάνω στα ζεστά χρώματα της επιδερμίδας των γυμνών σωμάτων, μία όραση που βλέπει και φαντάζεται, μία όραση που αισθάνεται και βλέπει και προς τα μέσα, αντιλαμβάνεται την ψυχική πραγματικότητα. Οι περίκλειστοι, εσωτερικοί χώροι στην ζωγραφική Αντύπα, η αποσπασματικότητα της σύνθεσης σε κάποια έργα, η εστίαση σε λεπτομέρειες και οι οπτικές φυγές  ίσως να υποδηλώνουν ότι η ζωγραφική σήμερα είναι ένας αντικατοπτρισμός μίας πραγματικότητας που διασπά αλλά και μία δημιουργική διαφυγή που αμύνεται απέναντι στην αποσπασματική, βιαστική όραση των πραγμάτων.

 

Η έκθεση «Ορίζοντες του Βλέμματος» διαρκεί έως τις 19 Ιουλίου.