Δανιήλ: “Άτιτλο”

Δανιήλ στη Roma Gallery

Η Αλεξάνδρα Κοροξενίδη είδε και γράφει για την έκθεση – αφιέρωμα στον πρωτεργάτη του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα , Δανιήλ, στη Roma Gallery.

Μία συζήτηση γύρω από το μοντέρνο κίνημα είναι πάντα επίκαιρη όχι μόνο γιατί η μοντέρνα τέχνη παραμένει η ραχοκοκαλιά όλων των μετέπειτα εξελίξεων (μετα-μοντέρνο, αντι-μοντέρνο κλπ) αλλά και γιατί η ίδια η μοντέρνα, μεταπολεμική τέχνη είναι τόσο πολύπλευρη και αντιφατική ώστε ο ορισμός να χαρακτηρίζεται περισσότερο από αυτό που δεν είναι παρά από κάποια ενιαία χαρακτηριστικά.

Η έκθεση «Δανιήλ, το φως, η φυσική και η μεταφυσική του» στην γκαλερί Roma παρέχει το κίνητρο για μία ιστορική αποτίμηση του μοντέρνου, συμπληρώνει το σκηνικό των εκθέσεων στην Αθήνα με μία ματιά που βλέπει το σύγχρονο σε ένα ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, κυρίως όμως υπενθυμίζει στο κοινό την σημασία ενός από τους πρωτεργάτες του μοντέρνου στην Ελλάδα, του Δανιήλ (Παναγόπουλου) (1924-2008) που ήρθε σε διάλογο με σημαντικά κινήματα της εποχής του (όπως την άμορφη τέχνη, το κίνημα της ομάδας supports-surfaces ή την arte povera). Με αυτόν τον τρόπο φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα του ελληνικού μεταπολεμικού μοντερνισμού και την καθοριστική συμβολή μιας γενιάς καλλιτεχνών όπως Νίκος Κεσανλής, Βλάσσης Κανιάρης, Στάθης Λογοθέτης, Παύλος και φυσικά ο Δανιήλ, μία «γενιά» που η συνολική συνεισφορά της ίσως δεν έχει ακόμα αποτιμηθεί αρκούντως.

Η έκθεση, που επιμελείται ο Μάνος Στεφανίδης, γίνεται σε δύο διαδοχικά μέρη, με αντιπροσωπευτικά για κάθε περίοδο έργα, τα νεανικά χρόνια του καλλιτέχνη ως και την δεκαετία του ᾽50 όταν ο Δανιήλ εγκαθίσταται στο Παρίσι και, στο δεύτερο μέρος, το έργο του καλλιτέχνη από το 1970 ως το τέλος της ζωής του.

Οι προσωπογραφίες και τα γυμνά που δίνουν το στίγμα στο πρώτο μέρος της έκθεσης απέχουν πλήρως από τα απολύτως αφαιρετικά και αφηρημένα μεταγενέστερα έργα. Υπάρχουν όμως ήδη εδώ στοιχεία αφαίρεσης καθώς και η έμφαση στην επιφάνεια και την μετωπικότητα του πίνακα που θα εξελιχθεί στην επόμενη δουλειά του. Το σημείο φυγής της κλασικής προοπτικής και η αίσθηση του βάθους ακυρώνεται και το φόντο έρχεται σε πρώτο πλάνο ενώ σε πολλά έργα η σύνθεση θυμίζει Σεζάν – για παράδειγμα στην Νεκρή Φύση του 1951. Τα έντονα περιγράμματα, επίσης χαρακτηριστικά της πρώιμης δουλειάς του, θα επιστρέψουν με άλλη μορφή μέσα από τις γραμμές και τα κοψίματα στην ώριμη δουλειά του ενώ η χρήση του χρώματος για την απόδοση της φωτεινότητας θα οδηγήσει αργότερα στον πειραματισμό με το φως ως στοιχείο που διαπλάθει την ύλη. Τα έργα στην πρώτη ενότητα ήταν συγγενή μεταξύ τους (παρότι κάποια λίγα χρονολογούνται από την δεκαετία του εβδομήντα) με εξαίρεση το πιο «κλασικό» ολόσωμο γυναικείο γυμνό, το διπλής όψης και μοναδικό μεγάλων διαστάσεων έργο της παρουσίασης. Ιδωμένη σε συνδυασμό με τις ποιότητες των υπόλοιπων έργων, η στιβαρότητα και η αίσθηση του όγκου αλλά και η πιο γλυπτική απόδοση του σώματος δείχνει τις αντιθέσεις που είναι φυσικό να χαρακτηρίζουν τα χρόνια των πρώτων πειραματισμών.

Το πέρασμα από την αναπαράσταση στην αφαίρεση είναι συχνό σε αυτή την γενιά των καλλιτεχνών και στην περίπτωση του Δανιήλ, γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακό διότι συνοδεύεται από μία μετατόπιση σε νέα υλικά: στην λινάτσα και στο χαρτόνι. Η δεύτερη ενότητα της έκθεσης παρουσιάζει αυτή την μεταμόρφωση της δουλειάς του, δεν περιέχει όμως τα πολύ γνωστά χάρτινα «Κουτιά»  του καλλιτέχνη από την καθοριστική δεκαετία του 60, όταν μάλιστα το 1964 ο θεωρητικός του νέου ρεαλισμού Πιερ Ρεστανί παρουσιάζει τους Βλάσση Κανιάρη, Δανιήλ και Νίκο Κεσσαλνή στην έκθεση “Τρεις Προτάσεις για μία Ελληνική Γλυπτική” στο πλαίσιο της Mπιενάλε της Βενετίας (Η έλλειψη αυτή είναι κατανοητή δεδομένου των δυσκολιών ανεύρεσης διαθέσιμων προς έκθεση έργων και των διαδικασιών που χρειάζονται για τις συμφωνίες έκθεσής τους. Εξάλλου, η έκθεση δεν διεκδικεί τους στόχους μιας μουσειακής έκθεσης, είναι όμως σημαντικό ότι το πρόγραμμα της γκαλερί συνολικά στοχεύει στο να προβάλλει το έργο μοντέρνων Ελλήνων καλλιτεχνών) .

Έχοντας προσπεράσει μία δεκαετία, η έκθεση πιάνει το νήμα του στοιχείου «κατασκευή» των «Boites» στα επίτοιχα λάδια σε καμβά ή ξύλο μέσα στα οποία ακολουθώντας μία γεωμετρικότητα, ο Δανιήλ δημιουργεί γεμάτα και κενά, αρνητικά και θετικά, σχήματα ώστε το ένα να είναι ο αντικατοπτρισμός ή ή άλλη πλευρά του άλλου. Τα κενά αυτά μοιάζουν να έχουν κοπεί – ώστε το στοιχείο της χειροτεχνίας και της επέμβασης να είναι αισθητό – ή απλώς να έχουν παραλειφθεί. Παρότι σε επίπεδη επιφάνεια, τα έργα διαχειρίζονται, όπως και τα Κουτιά, την έννοια του χώρου, την σχέση ζωγραφικού πεδίου με τον πραγματικό χώρο.

Ο διάλογος αυτός, που κορυφώνεται στα μεγαλοπρεπή στην σεμνότητά τους έργα με τις λινάτσες με τα οποία η έκθεση κλείνει, αρθρώνει με την καθαρή γλώσσα της τέχνης, την ύλη, το χρώμα, το φως, τον χώρο,  το κοινωνικό και «πολιτικό» πρόταγμα του Δανιήλ και των καλλιτεχνών της γενιάς του.Η τέχνη δεν είναι μία ψευδαίσθηση αλλά μία πραγματικότητα στην οποία η επιλογή του υλικού, η καλλιτεχνική διαδικασία, η χειρωνακτικότητα που τα κοψίματα κάνουν αισθητή, μιλά για την ίδια την δημιουργία, μέσα όμως από την αφαίρεσηΟ τοίχος που διαφαίνεται ακόμα και στα ανεπαίσθητα σχισίματα που μοιάζουν περισσότερο με φυσική φθορά της λινάτσας, διαπερνά το έργο και το έργο βγαίνει από την δισδιάστατη επιφάνεια: η πραγματικότητα και το έργο καθορίζουν το ένα το άλλο, το έργο αφήνει τον χώρο να διαφανεί και αντίστροφα. 

Το κόκκινο χρώμα που υποδηλώνει την φωτιά, το άσπρο το φως και τον χώρο και το μαύρο το κενό ή την στάχτη, μαζί με το γήινο χρώμα της λινάτσας υπογραμμίζουν την σχέση του έργου με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι η ίδια η γέννηση, η δημιουργία το έργου τέχνης. Η ίδια η ζωή εξάλλου είναι δημιουργία, φθορά και αναγέννηση. Η έκθεση εστιάζει στο φως, θα μπορούσε όμως να έχει στον τίτλο της την λέξη «χώρος». Το φως όμως είτε μέσα από το άσπρο ή το κίτρινο στα έργα των τελευταίων χρόνων είτε μέσα από τα άσπρα κενά, δημιουργεί χώρο.

Όπως τελικά προκύπτει από την έκθεση στην γκαλερί Roma, o  Δανιήλ ασχολείται με την οντολογία της τέχνης. Στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης, όπου, όταν υπάρχει ο κοινωνικός προβληματισμός είναι πιο ευδιάκριτος και σαφής, η επιστροφή σε μία εποχή όπου ο πειραματισμός με το ίδιο το καλλιτεχνικό μέσο ταυτίζεται με μία κοινωνική ευαισθησία προσθέτει ένα επιπλέον ενδιαφέρον για τον σύγχρονο θεατή της έκθεσης. Εκθέσεις όπως αυτή ξαναφέρνουν στο προσκήνιο την ιστορία του μοντέρνου κινήματος όπως εκφράστηκε από Έλληνες καλλιτέχνες σε διάλογο με τα διεθνή κινήματα. Η ιστορική τους ματιά είναι χρήσιμη για μία καλύτερη κατανόηση και καταγραφή του ελληνικού μοντερνισμού.

 

Η έκθεση “Δανιήλ, το φως, η φυσική και η μεταφυσική του» θα λειτουργεί μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου.