Naoya Hatakeyama “Slow Glass #066” (Detail), 2001 © Naoya Hatakeyama

«Αρχείο Φυγής» στο Ινστιτούτο Γκαίτε

Δέκα επιλεγμένες κινηματογραφημένες συνεντεύξεις ανθρώπων που μεταναστεύσαν ή εκδιώχθηκαν από την χώρα τους και που τελικά έκαναν προορισμό τους την Γερμανία φτάνοντας εκεί μεταξύ του 1945 – 2016 παρουσιάζονται ως μία βιντεοεγκατάσταση στην έκθεση Αrchiv der Flucht (Αρχείο Φυγής) που αποτελεί μία έκφραση ενός ευρύτερου πενταετούς ερευνητικού προγράμματος, πρωτοβουλία του γερμανικού Haus der Kulturen der Welt και περιλαμβάνει 42 ταινίες/συνεντεύξεις και ένα παράλληλο πρόγραμμα ομιλιών και ημερίδων.

 

Μέσα από την οπτική παρουσίαση, η έκθεση που γίνεται στο Ινστιτούτο Γκαίτε, σε επιμέλεια των Caroline Emcke και Manuela Bojadzijev (ο Στάμος Μιχαήλ έχει την επιμέλεια της εγκατάστασης στην Αθήνα) κάνει ευρύτερα γνωστό αυτό το αρχείο κινηματογραφημένων συνεντεύξεων που αφορούν στην πρόσφατη ιστορία, στην έννοια της μνήμης, του ανήκειν, της ταυτότητας, της πατρίδας και του ξεριζωμού.

Το υλικό της έκθεσης είναι προσωπικές ιστορίες και διηγήσεις πέντε γυναικών και πέντε ανδρών από τη Συρία, την Κένυα, το Αφγανιστάν, το Καμερούν, το Ιράν, τη Σομαλία, την Ερυθραία, την Παλαιστίνη και την Ουγκάντα. Οι αφηγήσεις, που μπορεί να ξεπερνούν τις τρεις ώρες  η καθεμία, είναι ένας συνδυασμός εξομολόγησης, ιστορικής μαρτυρίας, διήγησης, μία ροής λόγου με λίγα στοιχεία συζήτησης, ένα είδος ενδοσκόπησης που σε κάποια σημεία θυμίζει την διαδικασία της ψυχανάλυσης, στην οποία το υποκείμενο της ψυχανάλυσης δεν είναι μόνο ο άνθρωπος αλλά και ολόκληρη η κοινωνία.

Ερευνητικού και δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, οι ταινίες αγγίζουν εμμέσως θέματα που απασχολούν την σύγχρονη τέχνη όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς την  μέθοδο που προσεγγίζει ζητήματα όπως το ποιος αφηγείται την πραγματικότητα, από ποια οπτική, με τί εργαλεία, με ποια πρόθεση και ποιο αποτέλεσμα. Εκφράζει έναν προβληματισμό γύρω από την ενσωμάτωση (συμπερίληψη), την ευαισθητοποίηση, την πρόσληψη του συλλογικού μέσα από το προσωπικό, το ενοποιητικό στοιχείο διαφορετικών ιστοριών, υπογραμμίζει το ανθρώπινο συναισθηματικό στοιχείο, την ανθρωπότητα ως σύνολο. Αναδεικνύει την ιστορία στην καθημερινή της μορφή, την ιστορία που σχηματίζεται αλλά και διαμορφώνει τα βιώματα των ανθρώπων. Αντανακλά επίσης την όλο και πιο έντονη χρήση της προφορικής ιστορίας.

Οι ταινίες θα μπορούσαν να είναι ένα έργο σύγχρονου καλλιτέχνη στην λογική του έργου τέχνης-ντοκιμαντέρ ή του έργου ως πολιτικού ακτιβισμού και η παρουσίασή του να γίνεται σε ένα μουσείο ή σε μια μεγάλη εικαστική διοργάνωση. Βέβαια το μοντάζ είναι κλασικό, η αφήγηση γραμμική και η παρουσίαση καθαρή με τρόπο ώστε οι ταινίες να εκλαμβάνονται περισσότερο ως ένα αντικειμενικό – δημοσιογραφικό τεκμήριο. Όμως το τι τελικά είναι αλήθεια, το πώς η πραγματικότητα όπως και η τέχνη είναι ένα δίκτυο αλληλεπιδράσεων και διαφορετικών αφηγήσεων είναι ευρύτερα και μεγάλα ζητήματα που προκύπτουν εμμέσως από την έκθεση και επισκιάζουν τέτοιου τύπου ερωτήματα. Παράλληλα όμως, το πού γίνεται μία έκθεση (εδώ, σε ένα γερμανικό πολιτιστικό ινστιτούτο και πιθανότατα ως μέρος μίας πολιτιστικής πολιτικής), σε ποια χρονική στιγμή και από ποιόν διοργανωτή είναι πάντα σημαντικοί παράμετροι μίας έκθεσης.

Μέσα από τις προσπάθειες να αφουγκραστεί κανείς αμερόληπτα, ανθρώπινα και προσεκτικά τις ιστορίες ανθρώπων, σχηματίζεται σταδιακά ένας χάρτης από πολιτικά συμβάντα, πολέμους, ανατροπές, γέφυρες και μεταναστευτικές ροές. Οι ερωτήσεις ακολουθούν μια ενιαία δομή, και ξεκινούν από την παιδική ηλικία του κάθε συνεντευξιαζόμενου σε μία χρονολογική αφήγηση, έτσι ώστε ο θεατής να έχει πλήρη εικόνα μόνο εφόσον παρακολουθήσει την όλη διήγηση. Αυτό προϋποθέτει χρόνο και προσοχή, την υπομονή που είναι σύμφυτη με τον σεβασμό για τον άλλο.  Στο τέλος της κάθε ιστορίας, οι πρωταγωνιστές μιλούν για την προσαρμογή τους στην Γερμανία, την υποδοχή που έτυχαν. Με αυτόν τον τρόπο, ο «φακός» στρέφεται κατά κάποιον τρόπο από τον μετανάστη ή πρόσφυγα στον θεατή της Δύσης. Αυτό συμβαίνει εμμέσως και κατά την ροή της συνέντευξης καθώς ο θεατής/ακροατής αναγνωρίζει στα λόγια που ακούει κοινές ανθρώπινες εμπειρίες όπως την απώλεια, την χαρά της παιδικής ηλικίας, τον πόνο του αποχωρισμού. Μέσα από την εκφορά του λόγου και τις εικόνες που δημιουργούνται συνειρμικά, η απόσταση ανάμεσα στον ο θεατής και τον άνθρωπος που αντικρύζει πίσω από τον φακό χάνει την σημασία του.

Η προσέγγιση είναι ανθρωποκεντρική και οι λήψεις δημιουργούν ένα είδος ζωντανού πορτρέτου. Το πρόσωπο, το βλέμμα, η απόσταση του φακού, ο καθαρός αλλά γλυκός φωτισμός, που αναδεικνύει τα χρώματα των ρούχων, εντείνουν την προσοχή και την παρατήρηση δηλαδή οξύνουν την οπτική συγκέντρωση. Η προσέγγιση είναι όμως και λογοκεντρική, βρίσκεται στην σημασία της γλώσσας και της αφήγησης στον τρόπο κατανόησης του κόσμου και της συγκρότησης του εαυτού. Ο λόγος λειτουργεί εδώ γραμμικά αλλά και με σύγχρονο τρόπο και ως ένα υπερκείμενο, μία αφήγηση σημεία της οποίας οδηγούν σε άλλες κατευθύνσεις και πλέκουν ένα δίκτυο συνδέσμων. Δίνει επίσης βήμα στις αθέατες πλευρές της ιστορίας προσπαθώντας επίσης να χτίσει μία αντικειμενική, ανοιχτή ματιά στον κόσμο που όμως προϋποθέτει υπομονή, μελέτη και χρόνο.

Η έκθεση «Αρχείο Φυγής» λειτουργεί σαν μία αποσκευή, τα περιεχόμενα της οποίας μπορεί να ανακαλύψει κανείς σταδιακά μέσα από την αντίστοιχη πλατφόρμα, ένα είδος ανοιχτής βιβλιοθήκης και υπερκειμένου πάνω στην σύγχρονη κοινωνική και πολιτική συνθήκη και την πρόσφατη ιστορία που την δημιούργησε.

Το «Αρχείο Φυγής» είναι διαθέσιμο online εδώ έως 25 Ιανουαρίου.

 

TAGS