Αναστασία Αρχοντή «Θέρος», λάδι σε καμβά, 2020, 50 x 60 εκ.

Επαναξιολογώντας την τέχνη των αυτοδίδακτων

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση της αυτοδίδακτης ζωγράφου στο Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, ζητήσαμε από την επιμελήτρια της έκθεσης ιστορικό της τέχνης Μαρία Μόσχου να μας συστήσει την καλλιτέχνιδα αλλά και να μας ξεκαθαρίσει τον όρο «ναΐφ» ζωγραφική.

 Η Αναστασία Αρχοντή γεννήθηκε στη Νάπη Λέσβου το 1929 και ζωγραφίζει ασταμάτητα τα τελευταία είκοσι χρόνια χωρίς να έχει λάβει καθοδήγηση. Όταν ενηλικιώθηκε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου δημιούργησε οικογένεια και εργάστηκε στο εμπόριο λευκών ειδών, ειδών ένδυσης, κεντήματος και ραπτικής. Πριν καταπιαστεί με τη ζωγραφική επιδιδόταν συστηματικά στη δημιουργία εργόχειρων, ιδίως κεντημάτων. Μετά τη συνταξιοδότησή της διακοσμούσε γλάστρες, πέτρες, βότσαλα, παλιά κεραμίδια και σανίδια. Γύρω στο 2000 ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε έτοιμους καμβάδες χρησιμοποιώντας ελαιοχρώματα. Η χρήση τυποποιημένων υλικών μεταστοιχείωσε τη διάθεσή της για εικαστική έκφραση, οδηγώντας σε μια χειραφετημένη δημιουργική αυτοσυνειδησία, όπως φανερώνει η εντυπωσιακή παραγωγή πινάκων (ξεπερνούν τους 400), που ζωγραφίστηκαν χωρίς προσδοκίες εμπορικής διάθεσης.

Η εικονογραφία της Αρχοντή απαρτίζεται κυρίως από αναμνηστικές αναπαραστάσεις του τόπου καταγωγής της και άλλων περιοχών της Ελλάδας. Τα αστικά θέματα απουσιάζουν, ενώ κανένα έργο δεν έχει ζωγραφιστεί επί τόπου. Ακόμα και θέματα που σχετίζονται με βιωματικές καταστάσεις μπορεί να αντλούνται από έντυπες εικονογραφικές πηγές, όπως εικόνες από ημερολόγια και περιοδικά. Επιπλέον, στα έργα της συγκαταλέγονται συνθέσεις που, όπως δηλώνει η ίδια, είναι «βγαλμένες απ’ το μυαλό».

Αναστασία Αρχοντή «Πλαγιά», λάδι σε καμβά, 2000, 50 x 30 εκ.

Σε όλες τις συνθέσεις είναι φανερό το ενδιαφέρον για αναλυτική παρουσίαση των απεικονιζομένων, χωρίς προσήλωση στην περιγραφική τους απόδοση. Παρά την έμφαση στις λεπτομέρειες, οι πινελιές είναι κατά κανόνα αδρές και η διαχείριση του ελαιοχρώματος σχεδόν ανεπεξέργαστη, προσδίδοντας απτικές αξίες στην επιφάνεια του πίνακα. Το αποτέλεσμα αυτό ενισχύεται από την ένταση των χρωμάτων, τα οποία συχνά χρησιμοποιούνται σχεδόν αυτούσια από το σωληνάριο. Η εικαστική επιφάνεια δεν δομείται με σχέσεις συμμετρίας και αναλογιών βασισμένες σε κανόνες ή δεξιότητες τεχνικής ορθότητας. Το ύφος προσδιορίζεται από την παράβαση των συμβατικών κανόνων προοπτικής και από τις απλουστευτικές αποδόσεις των συνθετικών στοιχείων. Δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις στις τονικές κλίμακες των χρωμάτων για την απόδοση όγκων και δεν χρησιμοποιούνται σκιοφωτισμοί για το πλάσιμο μορφικών στοιχείων.

Υφολογικά γνωρίσματα όπως τα παραπάνω εγγράφονται στο λεξιλόγιο της λεγόμενης «ναΐφ» (γαλλ.: naïf=αφελής, απλοϊκός) ζωγραφικής. Ο όρος («naïf», «naïve»), παρότι εξαιρετικά προβληματικός, καθιερώθηκε μεταπολεμικά για τον χαρακτηρισμό της δημιουργίας ερασιτεχνών ζωγράφων χωρίς συστηματική εκπαίδευση. Η αισθητική δικαίωση αυτής της τέχνης (κατεξοχήν ζωγραφική φορητών πινάκων) ανάγεται στην εκφραστική της αμεσότητα, η οποία εδράζεται στην άγνοια εφαρμογής ακαδημαϊκών καλλιτεχνικών κανόνων. Η αναγνώριση της «ναΐφ» ζωγραφικής αρχικά εγγράφηκε σε πριμιτιβιστικές αναζητήσεις της παρισινής avant-garde των αρχών του 20ού αιώνα, ενώ κατά τον Μεσοπόλεμο συνδέθηκε με την υψηλή εκτίμηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας του απλού λαού στο πλαίσιο πολιτισμικών ζυμώσεων για την ανάδειξη αυθεντικών στοιχείων εθνικού χαρακτήρα. Στο σημερινό περιβάλλον πολιτικής ορθότητας ο όρος «ναΐφ» είναι προβληματικός, λόγω της επαμφοτερίζουσας αναφοράς του στην τέχνη και στην προσωπικότητα «αυτοδίδακτων» δημιουργών. Η χρήση του δηλώνει επίσης ότι η τέχνη τους συνοψίζεται σε τυπικά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά τεχνικής άγνοιας που παραμένουν αμετάβλητα, παραβλέποντας διαδικασίες διαμόρφωσης και διαφοροποιήσεις του ύφους σε βάθος χρόνου, αλλά και τη σημασία της εξοικείωσης ιδίως με υλικά και εργαλεία της επαγγελματικής ζωγραφικής.

Αναστασία Αρχοντή «Καφενείο στη Νάπη της Λέσβου», λάδι σε καμβά, 2005, 63 x 60 εκ.

Ο «αυτοδίδακτος», του οποίου η καλλιτεχνική έκφραση εκδηλώνεται ανεξάρτητα από την εκμάθηση τεχνικών βασισμένων σε κανόνες ή/και θεωρίες και δεν σχετίζεται με επαγγελματικούς κώδικες της αγοράς και θεσμούς της τέχνης, δεν είναι απαραιτήτως απομονωμένος από τα καλλιτεχνικά τεκταινόμενα. Η Αρχοντή επισκέπτεται μουσεία και εκθέσεις, έχει έρθει σε επαφή με το έργο διάσημων καλλιτεχνών (μεταξύ των πινάκων της υπάρχουν μεταγραφές έργων των Van Gogh, Gauguin και Picasso από αναπαραγωγές) και γνωρίζει την περίπτωση του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, ο οποίος στη Νάπη άφησε αξιόλογο έργο. Εξάλλου, έργα της έχουν παρουσιαστεί σε εκθέσεις, κυρίως με την υποστήριξη θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η τέχνη των «αυτοδίδακτων» έχει περάσει πλέον σε φάση χειραφέτησης από τις ηγεμονικές αφηγήσεις στο πεδίο της κριτικής και της ιστορίας της τέχνης. Στο πλαίσιο αναθεωρητικών ιστοριογραφικών προσεγγίσεων, εντάσσεται στη δυναμική ενός ευρύτερου κινήματος που υποστηρίζει τη διαφορετικότητα από τον επίσημο κανόνα, αποκαθηλώνοντας παραδοσιακά σχήματα ερμηνείας. Η διοργάνωση «αναδρομικής» έκθεσης με έργα της Αρχοντή, που καλύπτουν το φάσμα περίπου μιας εικοσαετίας, αποσκοπεί και στην καταγραφή τέτοιων όψεων επαναξιολόγησης της τέχνης των «αυτοδίδακτων», συζήτηση η οποία έχει προσελκύσει διεθνώς ανανεωμένο ερευνητικό ενδιαφέρον.

 

Η αναδρομική έκθεση της Αναστασίας Αρχοντή οργανώνεται στο πλαίσιο του προγράμματος του Ιδρύματος Μιχελή να προβάλει στο ευρύ κοινό την ελληνική ναΐφ ζωγραφική.

Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, Β. Σοφίας 79. Μέχρι 30 Ιουνίου.

 

 

TAGS
Art For Tomorrow,16-20 June