Το λιοντάρι της Νεμέας δεν ήταν και τόσο… μύθος

Έρευνες δείχνουν ότι σαρκοφάγα αιλουροειδή έζησαν όντως κάποτε στον ελληνικό χώρο

Στη νότια Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο, ζούσαν λιοντάρια κατά την εποχή του Χαλκού (2η χιλιετία π.Χ..) Το λιοντάρι της Νεμέας, που απειλούσε τους κατοίκους και τα εξημερωμένα ζώα της περιοχής κατά την αρχαιότητα είναι ένας έξοχος αρχαίος ελληνικός μύθος που σχετίζεται με τον Ηρακλή, αλλά  η έμπνευση για τη δημιουργία του  προήλθε από γεγονότα. Στις Μυκήνες και στην Τίρυνθα, δηλαδή στη σημερινή Αργολίδα, όπως και σε άλλα σημεία της Πελοποννήσου, οι λέοντες ζούσαν κατά αγέλες σύμφωνα με σύγχρονες ανακαλύψεις ζωοαρχαιολόγων. Έρευνες, που ξεκίνησαν κατά τη δεκαετία του ‘70 και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας, οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα.

Όπως θυμόμαστε από τη μυθολογία, ο Ευρυσθέας, βασιλιάς των Μυκηνών, ανέθεσε 12 άθλους στον Ηρακλή, εκ των οποίων  πρώτος ήταν να εξολοθρεύσει τον λέοντα της Νεμέας. Ο γιος του Δία στρίμωξε το ισχυρό σαρκοφάγο σε μια σπηλιά και το έπνιξε με τα γυμνά του χέρια. Στη συνέχεια, φόρεσε τη λεοντή (το δέρμα του ζώου) και την έκανε σήμα κατατεθέν του.

Επειδή όλοι οι μύθοι έχουν κάποιο ιστορικό πυρήνα, οι αρχαιολόγοι έψαξαν πού στηρίζεται αυτός. Ταυτοχρόνως είχαν εντοπίσει την πύλη των λεόντων στις Μυκήνες, αλλά και απεικονίσεις λιονταριών κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού (τέλος 2ης χιλιετίας), απεικονίσεις που φάνταζαν πολύ ρεαλιστικές.

Ένα οστό φτέρνας

Οι πρώτες θεωρίες ήθελαν τους Μυκηναίους να έχουν εμπνευστεί τις  παραστάσεις τους από ζώα που είχαν γνωρίσει εκτός ελλαδικού χώρου. Όμως, το 1978, δύο εξέχοντες Γερμανοί ζωοαρχαιολόγοι έκαναν μια εκπληκτική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια μιας ανασκαφής στην Τίρυνθα -δίπλα στις Μυκήνες-  βρήκαν κατά τύχη ένα οστό από φτέρνα αιλουροειδούς κοντά σε έναν ανθρώπινο σκελετό. Ήταν αναμφισβήτητα από λιοντάρι, κατέληξαν, και πιθανώς από το ίδιο είδος που κατοικεί σήμερα σε μέρη της αφρικανικής ηπείρου. Το οστό ήταν μόνο το πρώτο από τα δεκάδες που εμφανίστηκαν στην Τίρυνθα και αλλού τις επόμενες δεκαετίες. Αν και ορισμένες λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς, πολλοί αρχαιολόγοι και ιστορικοί χρησιμοποιούν τώρα αυτά τα στοιχεία και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα σύγχρονα λιοντάρια ζούσαν κάποτε δίπλα σε ανθρώπους σε μέρη της σημερινής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, για εκατοντάδες χρόνια. Χωρίς αμφιβολία, οι σχέσεις με τα αρπακτικά αυτά ζώα ήταν σκληρές.

« Τώρα είναι δυνατό να πούμε ότι κάποιες εικόνες λιονταριών θα μπορούσαν να έχουν ανακληθεί από πραγματικές εμπειρίες στην ελληνική ηπειρωτική χώρα», λέει η ιστορικός τέχνης Νάνσυ Τόμας. Τα ευρήματα, προσθέτει, ρίχνουν «ένα τελείως διαφορετικό φως στην τέχνη και στο πώς το κυνήγι πραγματικών λιονταριών θα μπορούσε να έχει παίξει ρόλο στην ανάπτυξη της δομής των ελίτ, που λάμβανε χώρα στην Ελλάδα εκείνη την εποχή».

Σφραγιδόλιθοι και πινακίδες

Η Τόμας, επίτιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο  Τζάκσονβιλ στη Φλόριντα, θεωρείται ειδική για τα άγρια λιοντάρια που υπήρχαν στην Ελλάδα κατά την αρχαιότητα. Η πρώτη ανάπτυξη των σχετικών ιδεών της, έγινε κατά την εκπόνηση της διατριβής της, το 1970, για την οποία μελέτησε προσεκτικά απεικονίσεις λιονταριών της Εποχής του Χαλκού, χαραγμένες σε σφραγιδόλιθους, πινακίδες και άλλα αντικείμενα. Γύρω στο 1700 ή 1600 π.Χ., τα σαρκοφάγα είχαν γίνει ένα δημοφιλές έμβλημα των Μυκηναίων, μιας κοινωνίας  γνωστής για τη στρατιωτική της ικανότητα και για το ανακτορικό της σύστημα διακυβέρνησης.

Εντύπωση της έκανε ο ρεαλισμός πολλών απεικονίσεων. Για παράδειγμα, χρυσές πλάκες, σφραγιδόλιθοι και επιτύμβιες στήλες που βρέθηκαν σε πλούσια κτερισμένους τάφους των Μυκηνών παρουσίαζαν λιοντάρια να κυνηγούν ελάφια, ανθρώπους και ζώα. Σε ένα διακοσμημένο στιλέτο, ένα λιοντάρι, που αστράφτει  χρυσό επάνω στο σκούρο μέταλλο της λεπίδας, επιτίθεται σε τέσσερις άνδρες οπλισμένους με δόρατα και τόξα, ενώ δύο άλλα λιοντάρια φεύγουν από τη σκηνή. Αυτά, την έσπρωξαν να σκεφθεί πως επρόκειτο για αληθινές σκηνές που οι άνθρωποι είχαν ζήσει.

Η μελέτη οστών ζώων από τις ίδιες τοποθεσίες, απέδωσε το οστό από φτέρνα λιονταριού στην Τίρυνθα, το οποίο προαναφέραμε. Οι ζωοαρχαιολόγοι Γιοακίμ Μπέσνεκ και Αντζελα φον ντεν Ντρίες, δεν ήταν σίγουροι πως δεν επρόκειτο για κάτι επείσακτο από τη Μέση Ανατολή. Το 1990 βρήκαν τέσσερα θραύσματα οστών ποδιού που συνδέονται με διαφορετικές χρονικές περιόδους από το 1700 έως το 1200 π.Χ. Αμφισβητήθηκαν ζωηρά όμως.

Ειδικά ο Τζον Γιάνγκερ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας, παρότι φίλος της Τόμας επέμενε ότι ήταν δυνατόν τα οστά να προέρχονται από λιοντάρια που ήταν «κατοικίδια» και είχαν μεταφερθεί από αλλού. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν πως λιοντάρια υπήρχαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Βουλγαρία και σε άλλες γειτονικές χώρες. Εντοπίσθηκαν οστικά κατάλοιπα σε 13 τοποθεσίες. Κάτι που οδήγησε στο συμπέρασμα πως οι αρχικές σκέψεις της Τόμας ήταν σωστές.

4000 χρόνια πριν

Ακολούθησαν και άλλες ανακαλύψεις στη Ρουμανία, την Ουγγαρία και τη νότια Ουκρανία. Κάποια φαίνεται να έζησαν κατά την 3η ή ακόμα και κατά την 4η χιλιετία, όπως τα δύο ενήλικα κα το ένα νεαρό λιοντάρι που έζησε το 4000 πριν από τη χρονολογία μας στη ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Οι επιστήμονες δέχονται πως δεν θα μπορούσαν να έχουν εισαχθεί τόσα οστά. Επομένως, οι λέοντες στην Ευρώπη κατά την αρχαιότητα, είναι γεγονός!

Η δρ Τόμας έχει εντοπίσει μέχρι τα τελευταία χρόνια, 25 τοποθεσίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και 13 στην Ελλάδα. Εκατό οστά βρέθηκαν συνολικά, και τα 41 από αυτά στη χώρα μας. Ας σημειώσουμε επίσης ότι το λιοντάρι των σπηλαίων, που εξακριβωμένα είχε ζήσει στην ήπειρό μας, είχε εξαφανιστεί  6000 χρόνια πριν από τότε που έζησαν τα συγκεκριμένα λιοντάρια, επομένως μιλάμε για διαφορετικό είδος. Η διαδρομή τους  μέχρι να φτάσουν ως εδώ, παραμένει άγνωστη.

Η μόνη διχογνωμία μέχρι στιγμής, αφορά την Πελοπόννησο. Λόγω της φυσικής της διαμόρφωσης, οι  επιστήμονες θεωρούν δύσκολο να έφτασαν λιοντάρια ως εκεί. Υποστηρίζουν πως εκείνη την εποχή βασιλιάδες άλλων βασιλείων, όπως πχ της Μεσοποταμίας, είχαν θηριοτροφεία με λέοντες και άλλα «εξωτικά» ζώα. Δεν αποκλείουν παρόμοιο φαινόμενο και στην Ελλάδα- πάντως, μέχρι στιγμής η αρχαιολογική σκαπάνη δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο.

Στην Αιγείρα

Ο καθηγητής κτηνιατρικής ανατομίας Γκέρχαρντ Φορστενπόιντνερ βρήκε πρόσφατα στην Αιγείρα της Πεπολοννήσου όπου μετέχει σε ανασκαφές, ένα ισχίο λιονταριού που χρονολογείται γύρω στο 3000 π.Χ. στην πρώιμη εποχή του Χαλκού, καθώς και έναν αυχενικό σπόνδυλο από ένα λιοντάρι που έζησε γύρω στο 1300 π.Χ. «Αυτό δεν είναι τρόπαιο. Αυτό είναι απλώς το κόκκαλο ενός φτωχού νεκρού νεαρού λιονταριού», λέει ο Forstenpointner. «Στα μάτια μου, αυτά (τα οστά) είναι απόδειξη για έναν τοπικό, επίμονο πληθυσμό λιονταριών». Τα σημάδια σε οστά από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη υποδηλώνουν ότι οι άνθρωποι έκοβαν το δέρμα ή έσφαζαν τα ζώα για το δέρμα τους, το κρέας ή ακόμα και για συμβολικές τελετουργίες. Για τους Μυκηναίους πολεμιστές, το κυνήγι και η κατανάλωση λιονταριών ίσως αποτελούσαν δραστηριότητα κύρους,  μέσο για την επίδειξη πλούτου και δύναμης.

Οι Μινωίτες και οι καλλιτέχνες τους, επίσης, θα μπορούσαν να έχουν ταξιδέψει από την Κρήτη για να συμμετάσχουν στο κυνήγι του λιονταριού, προτείνουν κάποιοι επιστήμονες, εξηγώντας έτσι τις ζωντανές εικονογραφήσεις λιονταριών σε μινωικά έργα.

 

TAGS