Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθήνας

Θέλουμε στην Ελλάδα σύγχρονα μουσεία ή όχι;

Στο άμεσο μέλλον ένα νομοσχέδιο θα μετατρέψει πέντε μεγάλα μουσεία της χώρας σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ας δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό για τα ιδρύματα, το κράτος και για όλους εμάς

Σε ολόκληρο τον κόσμο συζητούν πώς θα βαδίσουν τα μουσεία στον δρόμο του μέλλοντος, στη χώρα μας η συζήτηση που τώρα ανοίγει, ξεκινά από το πώς θα κρατηθούν τα μουσεία μας στο παρελθόν. Όλα αυτά σε μια εποχή που κινδυνεύει ακόμα και η ύπαρξη των μουσείων, με τις κρίσεις, την πανδημία και την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Αυτά προβληματίζουν τους ειδικούς παγκοσμίως. Όμως στην Ελλάδα, για μια ακόμα φορά, ομφαλοσκοπούμε.

Μερικές δεκαετίες πριν, ο αείμνηστος Θάνος Μικρούτσικος ως υπουργός Πολιτισμού είχε αλλάξει το status των κρατικών σκηνών, μετατρέποντας Θέατρα και Ορχήστρες σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. Συνάντησε θυελλώδεις αντιδράσεις από τους εργαζόμενους και τους συνδικαλιστές, όμως τα κατάφερε. Ας σκεφτούμε σήμερα το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, την Εθνική Λυρική Σκηνή, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, όχι ως αυτόνομους οργανισμούς, αλλά ως προσδεμένους στο άρμα του υπουργείου Πολιτισμού. Αδιανόητο.

 

Πέντε ΝΠΔΔ

Το νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί, μετατρέπει πέντε μεγάλα μουσεία της χώρας σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Πρώτα βήματα στην οδό του εκσυγχρονισμού, δηλαδή. Τα μουσεία μας, μοναδικά στον Κόσμο, πρέπει να ανανεωθούν και να φτάσουν στον 21ο αιώνα. Έχουν μοναδικά εκθέματα, μοναδικές συλλογές, έχουν, όμως, και μοναδικά προβλήματα.

Τα πέντε μουσεία είναι τα: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (στην Αθήνα), και Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού (στη Θεσσαλονίκη).

«Τα Μουσεία συνιστούν μορφές οργάνωσης της κρατικής μέριμνας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Χώρας, δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα και απολαμβάνουν όλων των διοικητικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και των δικονομικών και ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου» σημειώνεται σε κάποιο σχέδιο του νομοσχεδίου. Επομένως, ο δημόσιος χαρακτήρας τονίζεται εξαρχής.

Στην Ελλάδα, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου είναι το Μουσείο της Ακρόπολης. Πρώτο σε επισκεψιμότητα, τα βγάζει πέρα χωρίς κρατική επιχορήγηση. Μάλιστα, δίνει στον Οργανισμό Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (πρώην ΤΑΠ) 30% των εσόδων του από τη θερινή περίοδο. Πόσα χρειάζεται το Μουσείο Ακρόπολης για να λειτουργήσει; Γύρω στα 5 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, τα οποία, όπως αναφέραμε, εισπράττει από τα εισιτήρια και άλλες δραστηριότητες.

Πάμε τώρα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Με 4,7 εκατομμύρια προϋπολογισμό, παίρνει ακριβώς τόσα χρήματα από το κράτος. Εκ των οποίων, περίπου το 90% κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες, δηλαδή σε πληρωμές προσωπικού. Βεβαίως το κράτος εισπράττει τα χρήματα από τα εισιτήρια. Το ποσό δεν φτάνει το προϋπολογισμένο κόστος λειτουργίας. Οπωσδήποτε, κάθε κυβέρνηση πρέπει να πληρώνει αδρά, ώστε η λειτουργία των μουσείων μας να είναι εύρυθμη. Αλλά ούτε μια σοβαρή χορηγία να μην υπάρχει για το ΕΑΜ;

 

Πώς θα διοικούνται

Με το σχέδιο νόμου, τα πέντε μουσεία θα διοικούνται από γενικούς διευθυντές και επταμελή διοικητικά συμβούλια. Ανάμεσα στα προσόντα του γενικού διευθυντή θα πρέπει να είναι όχι απλώς η άριστη χρήση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και η δημοσίευση επιστημονικών κειμένων στη γλώσσα μας.

Ανάμεσα στα καθήκοντα των διοικούντων θα είναι και η εύρεση χορηγών. Ποτέ το ελληνικό κράτος δεν θα πρέπει να πάψει να χρηματοδοτεί τα μουσεία. Ωστόσο, συν Αθηνά και χείρα κίνει, που έλεγαν οι πρόγονοί μας. Άλλωστε, αν τα μουσεία αποκτήσουν περισσότερα χρήματα θα τα επενδύσουν στο να οργανώσουν περισσότερες εκθέσεις και εκδηλώσεις, που, σίγουρα, θα φέρουν περισσότερο κόσμο.

Το ζητούμενο είναι, με αυτές τις αλλαγές που συντείνουν και στην καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, τα μουσεία να γίνουν περισσότερο εξωστρεφή και να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Θα πρέπει να έχουν συνεργασίες και ανταλλαγές με φορείς και ιδρύματα παρόμοιου σκοπού ή παρόμοιας επιστημονικής φροντίδας. Ταυτοχρόνως, τους δίνονται προνόμια, όπως η δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων σε άλλες πόλεις ή σε άλλες χώρες (πάντοτε με την έγκριση του υπουργείου).

Ο έλεγχος θα είναι καθολικός και θα αφορά και τους διοικούμενους και τους διοικούντες. Οι εργαζόμενοι, πάντως, εφόσον θεωρούν πως δεν τους ταιριάζει αυτός ο τρόπος λειτουργίας, μπορούν να φύγουν για άλλες θέσεις του δημοσίου.

 

Ο δεσμός με τις εφορείες

Τα μουσεία, μέχρι σήμερα, είναι στην πλειονότητά τους «δεμένα» με τις κατά τόπους εφορείες αρχαιοτήτων. Ετσι, με την ανεξαρτητοποίησή τους από αυτές, ακούγεται το επιχείρημα ότι θα υπάρξει διάσπαση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κάτι που δεν έγινε στο Μουσείο Ακρόπολης, όπου όλα κύλησαν ομαλά, ούτε και στα Βυζαντινά Μουσεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Στην πραγματικότητα δεν θα υπάρξει πρόβλημα, καθώς οι εφορείες αρχαιοτήτων δεν είχαν μέχρι σήμερα ουσιαστικό λόγο στις εκθέσεις και στα προγράμματα κάθε μουσείου. Ταυτοχρόνως, κάποτε θα πρέπει να γίνει σοβαρή συζήτηση για τις αρχαιολογικές αποθήκες των περιφερειακών υπηρεσιών και τη λειτουργία τους. Δεν είναι της παρούσης, αλλά δεν πρέπει και να το αφήνουμε.

Δεν υπάρχουν, λοιπόν επιφυλάξεις; Όπως για κάθε τι καινούργιο, βεβαίως και υπάρχουν. Ξεκινάμε, όμως, από τη διαπίστωση πως τα μουσεία πρέπει να αλλάξουν, πως η πρώτη πιλοτική επιτυχής δοκιμή έγινε με το Μουσείο Ακρόπολης και πως πάντοτε υπάρχει δυνατότητα επιμέρους αλλαγών αν διαπιστωθούν προβλήματα. Κανείς δεν τα ξέρει όλα εξαρχής. Ζυγίζει όμως, τα υπέρ και τα κατά και αποφαίνεται.

 

TAGS