Street Art: Eπέμβαση στο δημόσιο χώρο ή μια ευκαιρία προβολής;

Στις αρχές του προηγούμενου μήνα ο οίκος Sotheby’s κατακύρωσε το έργο του Bansky «Love is in the Bin» αντί $25.400.000, γράφοντας ιστορία στην αγορά τέχνης για τον καλλιτέχνη, αλλά και την street art γενικότερα. Κάποια- όχι πολλά- χρόνια πριν φάνταζε απίστευτο πως ένας street artist θα έσπαγε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, και θα έφτανε σε σημείο να συναγωνίζεται έργα μεγάλων καλλιτεχνών. Πριν τον Bansky, καλλιτέχνες όπως ο Keith Haring, ο Jean Michel Basquiat, και πολλοί άλλοι, ξεκίνησαν την καριέρα τους από τον δημόσιο χώρο.

Στην Ελλάδα, η σύγχρονη εικαστική σκηνή έχει να επιδείξει πολλά παραδείγματα καλλιτεχνών που είτε ξεκίνησαν την καριέρα τους δημιουργώντας στους τοίχους της πόλης. Ο Αλέξανδρος Βασμουλάκης, ο Cacao Rocks, ο Παύλος Τσάκωνας, ο ΙΝΟ, o Δημήτρης Ντόκος, ο Soteur, ο Hope, ο Onebran και ο Simek, είναι ορισμένοι από τους πολλούς Έλληνες street artists που έχουν διαμορφώσει μια νέα ατζέντα για τους σύγχρονους εικαστικούς. Έργα τους πλέον μπορεί να δει κάποιος σε σημαντικές γκαλερί της Αθήνας, σε ιδιωτικές συλλογές, αλλά και να τα συναντήσει στους τοίχους των άχρωμων αστικών κτηρίων του κέντρου.

Λέγεται πως η Αθήνα φιλοξενεί μία από τις μεγαλύτερες συλλογές street art στον κόσμο! Δεν μπορεί κάποιος να μην παρατηρήσει την υπερβολική ποσότητα γκράφιτι που καλύπτει κάθε διαθέσιμη επιφάνεια σε όλη την πόλη, όπου κάθε διαθέσιμος τοίχος, πρόσοψη καταστήματος, τοίχος ή δρομάκι είναι ένας καμβάς που περιμένει να γεμίσει με καλλιτεχνική αισιοδοξία, πολιτική αναφορά ή κοινωνική σάτιρα.

Ωστόσο, η σύγχρονη τέχνη του δρόμου έχει εξελιχθεί από τις πρώιμες μορφές του προκλητικού γκράφιτι σε μια πιο εμπορική μορφή τέχνης. Μία από τις βασικές διαφορές τους έγκειται στα περιεχόμενο και τα μηνύματα. Η τέχνη του δρόμου συχνά σκοπό έχει να προκαλέσει τη σκέψη, και όχι την απόρριψη, στο ευρύ κοινό κάνοντας τον σκοπό της πιο προφανή από αυτόν του γκράφιτι. Βέβαια, υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου τα έργα της street art ικανοποιούν αποκλειστικά την δίψα για αισθητική αναβάθμιση, χρωματίζοντας την καθημερινότητα των πολιτών. Ένα άλλο θέμα που διαφοροποίησε την τέχνη του δρόμου από το γκράφιτι είναι η νομιμότητα των έργων. Τα γκράφιτι γίνονται συνήθως παράνομα, ενώ η street artists στις μέρες μας, σε πολλές περιπτώσεις, δουλεύουν βάσει κάποιας συμφωνίας ή ακόμη και με κάποια ανάθεση.

Ωστόσο, κοινή κινητήριος δύναμη και πηγή έμπνευσης παραμένει η κοινωνία με την οποία παραμένει ακόμα στενά συνδεδεμένη η street art. Όπως ο Bansky, έτσι και οι Έλληνες καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν τη δουλειά τους για να επαναπροσδιορίσουν τον χώρο της πόλης, εκφράζοντας ανοιχτά απόψεις, απογοητεύσεις, ακόμα και οργή προς τα ποικίλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Από αυτή την άποψη, η Αθήνα αποτελεί το ιδανικό περιβάλλον για τους καλλιτέχνες της street art. Περιοχές όπως τα Εξάρχεια, το Μεταξουργείο, η Ομόνοια, η Πλάκα, το Μοναστηράκι, το Γκάζι, ο Κεραμικός και ο Πειραιάς αποτελούν μια ανοιχτή έκθεση στην οποία παρουσιάζονται εξέχοντα δείγματα της αθηναϊκής τέχνης του δρόμου. Ανάμεσα σε αυτά, τα χέρια του Θεού που προσεύχεται που εμπνεύστηκε ο Παύλος Τσάκωνας από το χαρακτικό του αναγεννησιακού ζωγράφου και χαράκτη Albrecht Dürer και δημιούργησε στην Ομόνοια το 2011 εν μέσω οικονομικής κρίσης. Στον Πειραιά, στην άλλοτε κακόφημη περιοχή της Τρούμπας ο ΙΝΟ δημιούργησε ένα από τα πιο εντυπωσιακά έργα του, το “Lost”, ενώ στον Κεραμικό το ‘Knowledge speaks, wisdom listens’ έγινε πόλος έλξης για τους Αθηναίους και τους τουρίστες πριν λίγα χρόνια.

 

Από την άλλη, υπάρχουν οι φωνές που υποστηρίζουν πως τα έργα αυτά αποτελούν ρύπανση για την πόλη και “λερώνουν” τους τοίχους. Σίγουρα, δεν αποτελούν όλα τα δημιουργήματα “στολίδια” για το δημόσιο χώρο, και κάποια από αυτά ίσως να είναι και ενοχλητικά να τα κοιτά κανείς. Όμως, πιστεύω πως οι υποστηρικτές της άποψης αυτής αναφέρονται κυρίως, και δικαίως, στα αμέτρητα γκράφιτι που υπάρχουν σε λεωφορεία, τρένα, βιτρίνες και σε άλλα σημεία της πόλης και δημιουργούν ένα μάλλον ακαλαίσθητο αποτέλεσμα, παρά στα έργα των καλλιτεχνών που κοσμούν τους γκρίζους τοίχους των κτηρίων και  μόνο μόλυνση δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσει κανείς.

Το παράδοξο της street art, όπως αυτή έχει εξελιχθεί, δημιουργείται από τη μετάβαση των καλλιτεχνών της στις γκαλερί, ή γενικότερα σε ιδρυματικό περιβάλλον. Η μορφή αυτή της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημόσιο χώρο και οι δημιουργοί την επιλέγουν για τον έξω-ιδρυματικό χαρακτήρα και τη κριτική δυναμική της. Τα όρια, φυσικά και νοηματικά, που θέτει ένα ιδρυματικό περιβάλλον μπορεί να αποδυναμώσουν την ερμηνεία των έργων. Από την άλλη, οι street artists που ξεκινούν να δημιουργούν εκτός συστήματος, πολλές φορές σχολιάζοντας τα κακώς κείμενα, καταλήγουν τελικά να γίνουν μέρος αυτού. Μήπως λοιπόν σε κάποιες περιπτώσεις η τέχνη του δρόμου και τα όσα αυτή πρεσβεύει δεν είναι το ζητούμενο; Μήπως για κάποιους καλλιτέχνες αποτελεί το “όχημα”  που θα τους δώσει μεγαλύτερη προβολή και να τους βάλει στον χώρο και την αγορά της τέχνης; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο: η μετάβασή τους στις γκαλερί τους επιτρέπει να συνεχίσουν να δημιουργούν και στον δημόσιο χώρο;

Όπως και να έχει, η τέχνη του δρόμου έχει να επιδείξει εξαιρετικά παραδείγματα καλλιτεχνικής δημιουργίας, και η συμβολή της στην εξέλιξη του εικαστικού χάρτη είναι αδιαμφησβήτητη. Ωστόσο, μένει ακόμα να βρεθεί η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στα έργα της street art μέσα από τον τοίχο και σε αυτά έξω από τον τοίχο της γκαλερί, ώστε να διατηρηθεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της τέχνης του δημόσιου χώρου.

TAGS