© AP Photo/Paul Sancya

Οι 2 της Παρασκευής: Γιατί δεν άνοιξαν οι γκαλερί στις 4 Μαΐου (και πώς θα ανοίξουν στις 11);

Της Όλινκας Μηλιαρέση-Βαρβιτσιώτη

Την ερχόμενη εβδομάδα, μαζί με άλλες επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, αρχίζουν σταδιακά να επαναλειτουργούν και οι γκαλερί. Αυτό από μόνο του είναι ένα ιδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός, γιατί σηματοδοτεί την επανεκκίνηση του ελληνικού εικαστικού χώρου μετά τη χειμερία νάρκη του κορονοϊού. Είμαι σίγουρη, βέβαια, ότι αυτό που απασχολούσε εξαρχής τους εμπόρους τέχνης δεν ήταν το πότε αλλά το πώς θα ξανανοίξουν.

Σε ποιο πλαίσιο και με ποιον προγραμματισμό θα συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους; Αρχικά, φυσικό και επόμενο είναι όσοι έκλεισαν με εκθέσεις που είχαν ανοίξει για μερικές μέρες να τις επεκτείνουν για τουλάχιστον έναν μήνα ακόμα. Μετά τι; Ως γνωστόν, οι περισσότερες αίθουσες τέχνης κλείνουν χοντρικά από μέσα Ιουλίου μέχρι μέσα Σεπτεμβρίου. Δεδομένων των συνθηκών, που πιθανότατα θα αποτρέψουν πολύ κόσμο από το να φύγει στα νησιά νωρίς, θα παραμείνουν ανοιχτές μέχρι τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου;

Έπειτα, το νέο κλίμα του social distancing δεν είναι ευνοϊκό ως προς τις διαδικασίες παραγωγής και προώθησης μίας νέας έκθεσης ― και, κατ’ επέκταση, το κόστος τους. Η αγορά της τέχνης ανέκαμψε από την προηγούμενη οικονομική κρίση του 2008 βασιζόμενη στην ευρύτερη νοοτροπία παρορμητικών αγορών σε events της προηγούμενης δεκαπενταετίας ― εξ ου και οι εναλλαγές εκθέσεων κάθε έναν με δύο μήνες και η συμμετοχή σε φουάρ τέχνης. Τώρα που οι συγκεντρώσεις πολλών ατόμων σε ένα μέρος δεν ενδείκνυνται, θα πρέπει να αναθεωρηθεί όλο το επιχειρησιακό πλάνο των γκαλερί. Διότι κύριος πόλος έλξης των αγοραστών ήταν τα εγκαίνια, τα οποία τώρα βγαίνουν εκ των πραγμάτων εκτός πλαισίου.

Ειδικά στην Ελλάδα, έχουμε ξαναπεί ότι η παρούσα κρίση έσκασε σαν βόμβα στην εγχώρια αγορά της τέχνης που μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει από την προηγούμενη ύφεση. Τη στιγμή που σε κορυφαία διεθνή κέντρα τέχνης, όπως το Παρίσι και το Λος Άντζελες, προβλέπεται να κλείσει μεγάλο ποσοστό αιθουσών τέχνης μέχρι το τέλος της χρονιάς λόγω της κατακόρυφης πτώσης των πωλήσεων που έχει προκύψει από τους ανενεργούς χώρους τους και τη μη συμμετοχής του σε φουάρ σε μία περίοδο που ήταν από τις πιο ενεργές εμπορικά, εδώ τι θα έπρεπε να περιμένουμε; Αν ισχύσουν τα σενάρια που ακούγονται για καινούργια καραντίνα από το φθινόπωρο σε περίπτωση έξαρσης του κορονοϊού, οι γκαλερί θα συνεχίσουν να υπολειτουργούν και τη φθινοπωρινή σεζόν στην οποία ποντάρουν για να περισώσουν ό,τι μπορούν.

Δεν είμαι σίγουρη κατά πόσον οι διαδικτυακές εκθέσεις μπορούν να καλύψουν το κενό των πραγματικών και αμφιβάλλω αν είναι πολλές γκαλερί ανάμεσα στις 365 αιτήσεις που έγιναν για επιδότηση ψηφιακού πολιτισμού, όπως ανέφερε χθες η υπουργός Πολιτισμού. Παρ’ όλα αυτά, είναι σαφές ότι οι έμποροι τέχνης θα πρέπει να επενδύσουν στην επέκταση του ψηφιακού προϊόντος τους ως εναλλακτική πηγή εισοδήματος και να συνεργαστούν ώστε να δημιουργηθεί μία κοινή πλατφόρμα. Σε αυτό θα φανεί ο ηγετικός (ή μη) ρόλος του ΠΣΑΤ: από το κατά πόσο θα προχωρήσει σε περαιτέρω ενέργειες για την κρατική ενίσχυση των γκαλερί και την απρόσκοπτη διεξαγωγή της ArtAthina, κατά το γαλλικό παράδειγμα.

© AP Photo/Matt Dunham

Του Δημήτρη Αθηνάκη

Ευθύς εξαρχής: οι γκαλερί είναι λιανικό εμπόριο. Αντιλαμβάνομαι ότι έχουμε παρασυρθεί από την ιδέα ότι ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι στο ίδιο επίπεδο με τις πατάτες, τα τισέρτ και τα τσουρέκια, για παράδειγμα. Δεν μπορείς, δηλαδή, να βάλεις στην ίδια ζυγαριά έναν Τζεφ Κουνς με δύο κιλά καρότα. Ας ρωτήσουμε έναν λογιστή μιας γκαλερί και ενός μανάβικου, να δούμε τι θα μας πουν.

Αφορμή γι’ αυτήν τη σκέψη ήταν η εξαίρεση των γκαλερί από το άνοιγμα των καταστημάτων λιανικού εμπορίου τη Δευτέρα 4 Μαΐου, αφού θεωρούνται από την κυβέρνηση χώροι πολιτισμού ― και πιθανόν δεν θεωρούνται, δικαίως ή αδίκως, κατάστημα ειδών πρώτης ανάγκης· και οι χώροι πολιτισμού θα ανοίξουν, σταδιακά, από τις 11 Μαΐου και μετά. Δεν χάθηκε κι ο κόσμος για μία εβδομάδα, θα πει κανείς. Αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό ― το θέμα μας είναι η κατηγορία στην οποία ανήκουν.

Ούτε θέμα μας, ασφαλώς, είναι ότι, λόγω δημοσιογραφικής ενασχόλησης με την τέχνη, έχουμε πάθει κάποιο σύνδρομο στέρησης που μας βγαίνει σε «συνδικαλιστική» αντίδραση. Το ζήτημα που τίθεται είναι η αντιμετώπιση των γκαλερί ως… μουσείων ― που δεν είναι. Οι γκαλερί πωλούν, έχουν ανάγκη να πωλούν, διότι μόνον έτσι θα επιβιώσουν εκείνες και οι καλλιτέχνες που εκπροσωπούν. Είναι τόσο απλό, δηλαδή.

Είναι; Ναι, αν, βέβαια, ξεπεράσουμε τον αυτοεγκλωβισμό μας σε μιαν ελιτίστικη αντίληψη περί υψηλότητος των πάσης φύσεως έργων τέχνων και δούμε την τέχνη ως ακριβώς της ίδιας αξίας με την τροφή ― έτσι κι αλλιώς, αυτό διακηρύσσουμε: την αναγκαιότητά της στην καθημερινότητά μας, στην επιβίωση και τη μόρφωσή μας.

Θα αντιτείνει κανείς, είμαι σίγουρος, τουλάχιστον δύο παραμέτρους: αφενός, το γεγονός ότι το κοινό που βλέπει την τέχνη ως αγορά είναι, έτσι κι αλλιώς, περιορισμένο και, αφετέρου, με τις νέες συνθήκες, όλα θα μπορούμε να τα βλέπουμε, να τα απολαμβάνουμε και, γιατί όχι, να τα αγοράζουμε online. Καμία αντίρρηση. Εξάλλου, τα έχουμε ξανασυζητήσει όλα αυτά.

Η κουβέντα, όμως, είναι πιο θεωρητική, παρότι διαθέτει μύριες όσες πρακτικές διαστάσεις. Η τέχνη, κοντολογίς, δεν είναι χόμπι, δεν είναι εκτόνωση, δεν είναι εξ ορισμού κάποια ενασχόληση για «λίγους και καλούς» και σίγουρα δεν είναι μονόπλευρη η σχέση μας, σαν να είναι εκείνη μόνο υποχρεωμένη να μας ψυχαγωγεί και να μας μορφώνει· είναι ζωή, είναι εργασία, είναι προϊόν, έχει οικονομία, αγορά, ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτήν, που την έχουν ―πολυεπίπεδη― ανάγκη.

Much ado about nothing? Αντιθέτως· μοιάζει ζήτημα ουσίας για την τέχνη και την αγορά της ― για τους ανθρώπους της πάνω απ’ όλα.