Πρόσοψη του Met στην Νέα Υόρκη με banners της Υοko Ono

Ο υπερβάλλων ζήλος για την διαφορετικότητα

Με μεγάλη ευκολία μουσεία και πολιτισμικοί οργανισμοί ισχυρίζονται ότι ασπάζονται τα κοινωνικά κινήματα. Αν όμως διαφάνηκε όμως κάτι  από τα τελευταία χρόνια είναι ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση από αυτό που ισχυρίζονται και αυτό που ισχύει.

Βρισκόμαστε ένα χρόνο μετά τα γεγονότα που προκάλεσε ο άδικος θάνατος του George Floyd. Ήταν τέτοια περίοδο που το κίνημα Black Lives Matter (BLM) είχε δημιουργήσει αναβρασμό στο χώρο της τέχνης με την αποκαθήλωση αγαλμάτων σε δημόσιους χώρους και με τα μουσεία να μπαίνουν σχεδόν αμέσως μετά στο στόχαστρο. Πολλά από τα μουσεία τότε βιάστηκαν να κάνουν μεγαλεπήβολες δηλώσεις, εκφράζοντας τη συμπαράσταση τους στο κοινωνικό αυτό κίνημα.

«Είμαστε σύμφωνοι με το πνεύμα και την ψυχή του Black Lives Matter παντού», είχε δηλώσει έναν χρόνο πριν, ο Hartwig Fischer, πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου. Η δήλωση του αυτή είχε φέρει ένα τεράστιο κύμα αντιδράσεων, με πολλούς να σημειώνουν πως είναι υποκριτικό ένα μουσείο που έχει χτιστεί βασιζόμενο σε αποικιοκρατικές πρακτικές και σε εκθέματα τα οποία έχουν απαχθεί από αφρικανικά κράτη, να ασπάζεται με τόση ευκολία το BLM.

Ένα χρόνο μετά το Βρετανικό Μουσείο έχει αναθέσει σε έναν ειδικό επιμελητή να διεξάγει έρευνα σχετικά με τα «αμφισβητούμενα αντικείμενα» της συλλογής. Μέσα σε αυτά είναι και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, αλλά κυρίως αντικείμενα που αποκτήθηκαν έπειτα από στρατιωτικές επεμβάσεις της Βρετανίας στην Αφρική.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να θυμίσω ότι σε ανάλογες κινήσεις έχουν στραφεί και άλλα ευρωπαϊκά μουσεία. Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα γράψει για τις περιπτώσεις μουσείων της Ολλανδίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, που μπήκαν από νωρίς σε έναν άτυπο «αγώνα δρόμου» για να επιστρέψουν αντικείμενα από συλλογές τους. Τα αντικείμενα αυτά είχαν αποκτηθεί μέσα από σκιώδεις, αποικιοκρατικές πρακτικές. Όλες αυτές οι ενέργειες είναι φυσικά καλοδεχούμενες και απαραίτητες για να δημιουργηθεί μια βάση για την καλή σχέση μεταξύ κοινού και μουσείων. Όμως εκτός από το ζήτημα του παρελθόντος, υπάρχει και αυτό του παρόντος.

Τα μουσεία, και γενικά οι οργανισμοί στο χώρο του πολιτισμού, έχουν ακόμα αρκετό δρόμο να διανύσουν: τα ζήτημα της διαφορετικότητας (diversity) και της ένταξης (inclusion) που έχουν θίξει τόσο το BLM, όσο και το #MeToo, έφεραν στην επιφάνια μια κουλτούρα διακρίσεων που είναι βαθιά ριζωμένη στο χώρο αυτό. Μπορεί να βιάζονται να ισχυριστούν το αντίθετο από μια πίεση για πολιτική ορθότητα, το πρόβλημα όμως παραμένει σε αρκετούς από αυτούς τους οργανισμούς και είμαστε αρκετά μακριά από το σημείο που τα μουσεία θα μπορέσουν να ισχυριστούν πως ακολουθούν μια πολιτική σύμφωνη με την διαφορετικότητα και την συμπερίληψη.

Εκεί που ξεκίνησαν όλα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα μουσεία φαίνεται να έχουν μπει από νωρίς σε μια διστακτική, αλλά ουσιαστική, διαδικασία αναστοχασμού και αλλαγής. Σύμφωνα με έρευνα του The Art Newspaper , τον τελευταίο χρόνο έχουν γίνει κινήσεις από κάποια ιδρύματα, ένταξης μη λευκών ατόμων σε ανώτερες θέσεις, προγραμματισμός για περισσότερες εκθέσεις και αγορά έργων για τις μόνιμες συλλογές με στόχο την ανάδειξη της διαφορετικότητας. Υπάρχουν επίσης ιδρύματα τα οποία προσλαμβάνουν ειδικούς συμβούλους για εκπαίδευση του προσωπικού στην αντιμετώπιση των διακρίσεων, τόσο στη συμπεριφορά όσο και στις προσλήψεις.

Στο στόχαστρο έχει μπει επίσης και η διεύρυνση του κοινού, καθώς έχει παρατηρηθεί πως τα μουσεία έχουν στην πλειοψηφία τους λευκούς επισκέπτες. Για παράδειγμα το Guggenheim New York, σε έρευνα του 2018, διαπίστωσε πως το 73% των επισκεπτών ήταν λευκοί και ότι μόλις το 43% ήταν κάτοικοι της Νέας Υόρκης.

Αναφέρομαι στα αμερικανικά μουσεία γιατί είναι γεωγραφικά στο σημείο όπου ξεκίνησε το BLM, αλλά κυρίως γιατί πιστεύω πως δείχνει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν και τα ευρωπαϊκά ιδρύματα. Μπροστά σε αυτό το ρεύμα εσπευσμένης αλλαγής, αργά ή γρήγορα, θα βρεθούν και τα ελληνικά μουσεία που, προς το παρόν, δεν φαίνονται ιδιαίτερα προετοιμασμένα για ουσιαστική αναθεώρηση και αναστοχασμό, ειδικά σε θέματα διακρίσεων.