TECLA Technology and Clay. Mario Cucinella Architects και Wasp, photo: Iago Corazz

Η Αρχιτεκτονική των Μικρών Πραγμάτων

Ίσως η πανδημία να μας οδήγησε σε μια νέα αντίληψη του design.

Αν κοιτάξουμε λίγο το πρόσφατο παρελθόν μας μέσα από την αρχιτεκτονική θα δούμε ένα ενδιαφέρον μοτίβο να ξεπροβάλλει: τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα πάντα είχαν μια ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και ειδικά για την Αθήνα, και φαίνεται πως έχουν την τάση να αναλαμβάνουν έναν ρόλο συμβολικό ως φορείς ελπίδας και ανάπτυξης.

Το Ολυμπιακό Στάδιο σχεδιασμένο από το Santiago Calatrava ήταν το έργο-σύμβολο της περιόδου, λίγο πριν το 2004, που υποσχόταν ανάπτυξη και ευημερία. Η διακοπή της οικοδομικής ελληνικής «έκρηξης» που έφερε η οικονομική κρίση όμως δεν επέβαλλε απλώς μια παύση στις οικοδομικές εργασίες, αλλά προκάλεσε και την ερημοποίηση των αθλητικών εγκαταστάσεων. Οι εικόνες των εγκαταλελειμμένων κτιρίων στο Ελληνικό που αργότερα προσωρινά και με προχειρότητα στέγασαν τις ανάγκες του προσφυγικού είναι ίσως από τις καλύτερες οπτικές αναπαραστάσεις της πρόσφατης ιστορίας της χώρας. Λίγο αργότερα, η ολοκλήρωση του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, σχεδιασμένου από τον Renzo Piano, γίνεται το σύμβολο μιας ελπίδας για το μέλλον και αναλαμβάνει να επικοινωνήσει την εικόνα μιας Αθήνας με προοπτικές. Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με τα σχέδια για την εκμετάλλευση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού που υπόσχεται μια αναζωπύρωση και εξωστρέφεια της οικονομίας μέσα από ένα κολοσσιαίο και υπερπολυτελές έργο. Το συγκεκριμένο έργο φαίνεται να ηγείται, έστω σε επίπεδο συμβολικό, μιας νέας αρχιτεκτονικής «έκρηξης».

Η πανδημία του Covid-19 όμως έφερε μια παύση στην ανάπτυξη αυτή. Αυτό το «arrested development» που ζούμε τον τελευταίο χρόνο, αυτή η προσωρινή ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ανάπτυξης και αδράνειας επηρέασε φυσικά και τον τρόπο που βλέπουμε την αρχιτεκτονική. Τα μεγάλα εξωστρεφή έργα έπρεπε να περιμένουν και το βλέμμα μας στράφηκε στο εσωτερικό. Με τα εστιατόρια και τα μπαρ τον περισσότερο χρόνο κλειστά, δηλαδή τον τόπο που «καταναλώναμε» design κλειστό, αναζητήσαμε (δημόσιο) χώρο στο ανοιχτό αστικό τοπίο και συνειδητοποιήσαμε ίσως για πρώτη φορά σε αυτή την πόλη, ότι το landscape architecture έχει όχι μόνο αισθητική σημασία, αλλά πρακτική. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως, καθώς περάσαμε αρκετό χρόνο μέσα στο σπίτι, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε την αξία του εσωτερικού χώρου κι εδώ εντάσσεται το design ως μια αρχιτεκτονική των μικρών πραγμάτων που απαρτίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο.

Ο ουσιαστικός χρόνος που περάσαμε στο σπίτι γέννησε νέες ανάγκες και ο οικιακός μας χώρος απέκτησε μέσα σε αυτή τη συγκυρία μια πολυσύνθετη ταυτότητα. Χώρος ανάπαυσης, εργασίας, ψυχαγωγίας, τόπος αποσυμπίεσης, αλλά και πίεσης, το σπίτι κατά τη διάρκεια της πανδημίας άρχισε να αποκτά νέους χώρους, μια νέα τοπογραφία. Τα αντικείμενα έγιναν σημαντικά και το design, που δυστυχώς για τα ελληνικά δεδομένα είναι μια λέξη συνώνυμη της πολυτέλειας, άρχισε να γίνεται μια έννοια αναζωογονητική. Πιστεύω πως οι περισσότεροι και περισσότερες από εμάς, μέσα στη καραντίνα, συνειδητά, ή ασυνείδητα, φροντίσαμε να δώσουμε στους χώρους μας «αέρα», ενδιαφερθήκαμε για την άνεση και την εργονομία των επίπλων μας, ελαφρύναμε τις γραμμές ώστε να κερδίσουμε περισσότερο χώρο, δημιουργήσαμε όμορφες «γωνίες» που μας προσέφεραν ηρεμία, ή που λειτούργησαν σαν background για τις βιντεοκλήσεις μας, χρησιμοποιήσαμε την κουζίνα περισσότερο και τέλος εντάξαμε το πράσινο μέσα στο σπίτι. Αναφέρομαι στις τελευταίες τάσεις που φαίνεται να επικράτησαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ή που αναδείχτηκαν μέσα από αυτή. Μια βόλτα στις βιτρίνες των καταστημάτων με είδη εσωτερικής διακόσμησης και design, ή απλώς ένα «πέρασμα» από τα social media, μας κάνει να αντιληφθούμε τις αλλαγές που έχουν συμβεί το τελευταίο διάστημα και που η πανδημία σίγουρα ενεργοποίησε ή επιτάχυνε, με τη πιο σημαντική την ένταξη των φυτών στους εσωτερικούς χώρους.

Η ένταξη του πράσινου στα σπίτια έχει τη δικιά της σημασία και το φυτό ως διακοσμητικό αντικείμενο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον: αντικατοπτρίζει μια ανάγκη για εισαγωγή πρασίνου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, όμως πιστεύω πως είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Πρόκειται για ένα ζωντανό αντικείμενο που χρειάζεται περιποίηση και φροντίδα, ένα «αντικείμενο» δηλαδή που βρίσκεται σε συνεχή «συνδιαλλαγή» μαζί μας. Έχει τις δικές του ανάγκες, αποκτά τον δικό του χώρο μέσα στο χώρο μας και αποκτά μια δική του λειτουργικότητα και λειτουργεία στην οποία συμμετέχουμε ενεργά. Θα έλεγα πως τα φυτά ίσως να μας έμαθαν να βλέπουμε και τα υπόλοιπα στοιχεία του σπιτιού μας διαφορετικά.

Όλοι έχουμε παραδείγματα για το πως «δεθήκαμε» με κάποια αντικείμενα μέσα στο σπίτι μας στη διάρκεια της πανδημίας, ενώ με κάποια άλλα απλώς συνειδητοποιήσαμε πως δεν αντέχουμε να τα βλέπουμε μπροστά μας. Η αναγκαστική συγκατοίκηση μαζί τους επιβεβαιώνει πως το σχέδιο/design έχει βαρύτητα. Ξαφνικά μια πολυθρόνα, ή μια καρέκλα γραφείου έχει σημασία να είναι άνετη και αισθητικά όμορφη. Ο φωτισμός γίνεται επίσης ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της σχέσης, με το φωτιστικό ως αντικείμενο διακόσμησης, αλλά και ως πηγή φωτισμού και δημιουργός επιπέδων στο χώρο.

Με άλλα λόγια, φαίνεται πως τα αθηναϊκά σπίτια, έστω και καθυστερημένα, ακολούθησαν την παράδοση του design που ξεκίνησε η σχολή του Bauhaus, η οποία επιθυμεί περισσότερη εργονομία και λιγότερη «φλυαρία» στους χώρους και τα σχήματα, με αντικείμενα που να ακολουθούν τις ανάγκες μας και όχι το αντίθετο. Το interior αλλά και το industrial design εδώ δεν αρκείται στην χρήση ως status σύμβολο, αλλά προτείνεται ως ένα μέσο που μπορεί να κάνει την καθημερινότητα μας καλύτερη. Είναι ένα μάθημα που θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε και στις απαιτήσεις που έχουμε από τους δημόσιους χώρους μας, καθώς φαίνεται πως το άνοιγμα προς τα έξω είναι κοντά, και πως η μεγάλη παύση πλησιάζει προς το τέλος της.