Στιγμιότυπο από το βίντεο: Είμαστε χιλιάδες, είμαστε άνθρωποι και έχουμε δικαιώματα

H τέχνη είναι και επάγγελμα

Η καλλιτεχνική δημιουργία μπορεί να θεωρείται πολιτιστικό αγαθό και, εμμέσως, οικονομικό κεφάλαιο αλλά οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα ζουν σε μία παρατεταμένη δομική συνθήκη επισφάλειας. Αντιμετωπίζουν εργασιακά προβλήματα που η οικονομική και στη συνέχεια η υγειονομική κρίση επέτειναν, έχουν ζητήματα αναγνώρισης πτυχίων (άρα και ευκαιριών απασχόλησης), ασφάλισης και συνταξιοδότησης.

Τα ζητήματα αυτά, αλλά και η κεντρική πολιτική γύρω από τον πολιτισμό και η συμβολή των συλλογικών δράσεων στην αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων τέθηκαν στην ψηφιακή διημερίδα “Η καλλιτεχνική εργασία στην Ελλάδα: καθεστώς, πολιτικές, προοπτικές” που διοργάνωσε ομάδα ερευνητών και πανεπιστημιακών, μεταξύ των οποίων και ο γενικός συντονιστής Αλέξανδρος Μπαλτζής από το Τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ. Προσόν της διημερίδας ήταν η συμμετοχή εκπροσώπων από ένα ευρύ φάσμα σωματείων, συλλόγων, ενώσεων και συναφών καλλιτεχνικών φορέων (ενδεικτικἀ αναφέρω το Ελληνικό Κέντρο Κουκλοθέατρου, την Ένωση Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου & Τηλεόρασης, τον Πανελλήνιο Μουσικό Σύλλογο, το Σωματείο Εργαζομένων στο Χώρο του Χορού, το Σωματείο Τεχνικών Απασχολούμενων σε Ζωντανές Οπτικοακουστικές Εκδηλώσεις)  ώστε να φωτιστούν λιγότερα γνωστά καλλιτεχνικά επαγγέλματα και να οριστούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κάθε κλάδος υπό ένα γενικό πρίσμα που αφορά στο σύνολο των καλλιτεχνών.

Τα θέματα τέθηκαν σε πρακτική και θεωρητική βάση, χωρίς στρογγυλοποιήσεις, με ειλικρινή διάθεση αλλά και διακριτό το αίσθημα της αγανάκτησης. Η συμμετοχή εκπρόσωπου της πολιτείας, πχ. του ΥΠΠΟΑ θα ήταν εδώ χρήσιμη (δεν γνωρίζουμε αν απευθύνθηκε ή όχι πρόσκληση), ίσως όμως να εξέτρεπε το συνέδριο σε μία πολιτική αντιπαράθεση που δεν θα ἀφηνε να αναδειχθούν πλήρως τα ίδια τα προβλήματα, έστω μονομερώς, ούτε όμως και η ίδια η συλλογικότητα, είτε με την συχνά παρανοημένη, και ενίοτε αρνητική έννοια της συντεχνίας ή ενός κομματικού συνδικαλισμού είτε ως ουσιαστική δράση για την θωράκιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών. (Ειδικά ως προς τα επαγγέλματα που δεν έχουν ορατότητα σε θεσμικό πλαίσιο, τα σωματεία παίζουν ζωτικό ρόλο). Η εστίαση στα σωματεία έδωσε φωνή στην συλλογικότητα χωρίς να αγνοεί κάποιες παθογένειές της. Μπορεί να έτεινε σε μία προβολή του έργου του κάθε σωματείου όμως έκανε σαφές ότι η σύναψη μίας ενιαίας ατζέντας είναι σύνθετη καθώς ο κάθε κλάδος αντιμετωπίζει ζητήματα ειδικά στην φύση του κάθε επαγγέλματος.

H διημερίδα ανέπτυξε μία θεματολογία με βάση τις βαθύτερες, ιστορικές αιτίες που οδηγούν στην συγκεκριμένη αντιμετώπιση της τέχνης από την ελληνική κοινωνία , όπως το κατά πόσο η ελληνική κοινωνία αφομοίωσε το μοντέρνο κίνημα, το πόσο βαθιά είναι η παράδοση μίας αστικής τέχνης στην Ελλάδα, το πώς αλλάζει η θέση του καλλιτέχνη στην ελληνική κοινωνία, πὠς κυριαρχεί η «ρομαντική» αντίληψη της καλλιτεχνικής εργασίας ως υπεράνω της οικονομίας. Όλα αυτά βοηθούν στην κατανόηση των σημερινών δομών και την απουσία σύνδεσης ανάμεσα τον αρχαίο και σύγχρονο πολιτισμό μαζί με τις αγκυλώσεις περί υπεροχής του ενός έναντι του άλλου και αντίστροφα. Το ερέθισμα για σκέψη προς πολλές συναφείς κατευθύνσεις ήταν μία από τις έμμεσες επιτυχίες της διημερίδας, η άμεση αποτελεσματικότητά της ήταν ότι κατονόμασε και γνωστοποίησε υπαρκτά προβλήματα που δεν καθορίζουν μόνο τις ζωές των καλλιτεχνών αλλά και το δημιουργικό αποτέλεσμα που φτάνει στο κοινό.

Φορολόγηση που τα μέσα έσοδα ενός καλλιτέχνη δεν μπορούν να υποστηρίξουν, άτυπη εργασία, απουσία συλλογικών συμβάσεων, κλάδοι που δεν είναι αναγνωρισμένοι με κωδικό επαγγέλματος, αδιαβάθμητη καλλιτεχνική εκπαίδευση που δεν έχει το αντίστοιχο κύρος της ανώτατης εκπαίδευσης είναι παραδείγματα ενός – κατά γενική ομολογία των συμμετεχόντων της διημερίδας –  θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου με κενά γύρω ως προς το περίγραμμα της καλλιτεχνικής εργασίας και δημιουργίας τη στιγμή που η πολιτεία διατυμπανίζει την σημασία του πολιτισμού.

Όπως ειπὠθηκε τα προβλήματα δεν είναι περιστασιακά αλλά δομικά, και επομένως απαιτούν ριζικές αλλαγές που, όμως, δεν πρέπει να βαραίνουν μόνο την κεντρική πολιτική αλλά και τυχόν συντεχνιακές νοοτροπίες και δομές. Με διάθεση αντικειμενική επισημάνθηκε ότι υπάρχουν σωματεία και σύλλογοι πολλών ταχυτήτων, με κάποια να λειτουργούν με εθελοντική εργασία και με αμερόληπτη διάθεση, ενώ άλλα με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία ή με κομματική ή κυβερνητική κατεύθυνση. Οι καιροί όμως αλλάζουν και η προσαρμογή σημαίνει νέους τρόπους σκέψης και αντιμετώπισης από όλες τις πλευρές.

Το ζήτημα είναι ευρύτερο: ποιά είναι η κοινωνία που παράγει αυτή την συνθήκη και πώς /ποιἀ τέχνη συντηρεί ή αντιστέκεται σε αυτή την κοινωνία; Eπανερχόμενη σκέψη στην διημερίδα ήταν ότι, υπό την ισχύουσα φιλελεύθερη πολιτική και την στροφή στην επιχειρηματικότητα, ο τρόπος που παράγεται η τέχνη (από την χρηματοδότηση έως την προβολή από συγκεκριμένους φορείς) έχει κύριο γνώμονα την οικονομία και την τέχνη ως επένδυση,  όχι ως δημιουργία ή από την βάση της ως εκπαίδευση και συνείδηση. Το παράδειγμα του επικείμενου Ακροπόλ ως τόπος που στην ουσία θα εκπαιδεύει τους καλλιτέχνες για το πώς θα ενταχθούν σε ένα ευρύτερο σύστημα ώστε να διαθέσουν το έργο τους σχολιάστηκε από εκπρόσωπο σωματείου ως χαρακτηριστική όψη αυτής της συνθήκης, μια τοποθέτηση που δεδομένου ότι ο θεσμός δεν έχει ακόμα λειτουργήσει, είναι μάλλον πρώιμη.

Τέχνη και οικονομία ήταν και είναι, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, αναπόσπαστες. Όμως, όταν η δημιουργία υπηρετεί κυρίως την οικονομία ή η οικονομία (χρηματοδότηση) δεν συνεργάζεται με μία καλλιεργημένη αντίληψη περί τέχνης προκύπτει στρέβλωση. Η ισορροπία ανάμεσα στην τέχνη ως συμβολική αξία και ως προϊόν με μετρήσιμο όφελος είναι λεπτή και οι μεταξύ τους διαβαθμίσεις πολλές.

Σήμερα φαίνεται να υπάρχει μία αντίφαση: γίνεται λόγος για πολιτιστικές ταυτότητες σε σημείο που αγγίζει την α-πολιτικοποίηση, μιλάμε για μία τέχνη συμμετοχική, ανοιχτή και δημιουργική, που προβάλλεται η τέχνη σε όλα τα πεδία της ζωής, καθώς και τις δυνατότητες του ατόμου και της ελευθερίας της έκφρασης, τη στιγμή που οι καλλιτέχνες αναλώνονται σε διαδικασίες ένταξης και διαχείρισης. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή δεν μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα ως δημιουργοί ή στο πλαίσιο της «μικρής επιχειρηματικότητας» και να επικεντρωθούν στο έργο τους. Αποκτούν έτσι και έναν άλλον, μη καλλιτεχνικό ,ρόλο κάτι που αντανακλά την, καλώς ή κακώς, διείσδυση της διαχείρισης όχι μόνο στην τέχνη και σε άλλα επαγγέλματα αλλά σε όλες τις όψεις της καθημερινής ζωής.

Γίνεται πολύ λόγος για πολυφωνία. Υπάρχουν βέβαια πλήθος οργανισμών και περισσότερες ευκαιρίες (πχ. residencies, εκθέσεις, προσκλήσεις κλπ) αλλά πολλές είναι περιστασιακές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο σύγχρονος καλλιτέχνης αναγκάζεται όλο και περισσότερο να μαθαίνει τρόπους διαχείρισης του έργου του: να αναζητά πόρους και ευρωπαϊκά προγράμματα, να δικτυώνεται με οργανισμούς (κυρίως τα μεγάλα ιδρύματα), επιμελητές και ΑΜΚΕ, με κανάλια που πολλαπλασιάζονται και να έχει πρόσβαση στις κυρίαρχες μεγάλες παραγωγές. Προκειμένου να αποκτήσει ορατότητα συχνά εντάσσεται σε ένα δίκτυο που λειτουργεί με κάποιους όρους ή με μία κυρίαρχη ρητορική που να προσελκύει π.χ. μία χρηματοδότηση. Δεσμευτικές προϋποθέσεις είναι, όπως εκφράστηκε στη διημερίδα, και ο αποκλεισμός φυσικών προσώπων (άρα μεμονωμένων καλλιτεχνών και όχι επιχειρήσεων ή νομικών προσώπων) από το δικαίωμα για αίτηση χρηματοδότησης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκή ατζέντας 2017-2028 της ΕΕ.

Oι ανεξάρτητοι χώροι και οι ΑΜΚΕ καλώς υπάρχουν βέβαια, αλλά το κατά πόσο εξασφαλίζουν τον βιοπορισμό των καλλιτεχνών είναι ένα ζητούμενο. Επιπλέον, το διαδίκτυο ανοίγει την επικοινωνία κοινού και καλλιτέχνη, όμως δεν διασφαλίζει τα προς το ζην και εδώ είναι που ανοίγει το άλλο μεγάλο ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων στο ψηφιακό πεδίο ή ακόμα και η αναπαραγωγή του έργου ενός καλλιτέχνη με χαμηλό οικονομικό αντίτιμο. (Το Spotify στο χώρο της μουσικής αναφέρθηκε ως διεθνές παράδειγμα). Ακόμα και σε κλασικές συνεργασίες (στο θέατρο ή στη μουσική) το γεγονός ότι οι πρόβες δεν αμείβονται δείχνει ότι η εργασία είναι αναντίστοιχη της αμοιβής. Απλήρωτες υπερωρίες, χαμηλά ωρομίσθια, εν ολίγοις, o κατακερματισμός εργασιακών δικαιωμάτων τείνουν να γίνουν καθεστώς.

Η Εύα Μελά από το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ) ανέφερε ότι τον τελευταίο χρόνο πάνω από 800 ενεργοί καλλιτέχνες έχουν κλείσει τα βιβλία τους, γεγονός που τους σπρώχνει είτε στην «μαύρη εργασία» είτε στην αυτοκατάργηση. Εξήγησε ότι, ως ελεύθερος επαγγελματίας, ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην φορολόγηση που περιλαμβάνει: 26% από το πρώτο ευρώ χωρίς δηλαδή το αφορολόγητο όπως συμβαίνει με τους μισθωτούς, με ετήσιο φόρο επιτηδεύματος 650 ευρώ, ΦΠΑ 24%, προκαταβολή του φόρου 100%, φόρο προστιθέμενης αξίας και άλλους έμμεσους φόρους. Η απουσία εισοδήματος σημαίνει και «κατάταξη» σε μία οικονομικά αδύναμη και λιγότερο προνομιούχα πληθυσμιακή ομάδα.

Η οικονομική κρίση και το φορολογικό βάρος δεν πλήττει βέβαια μόνο την τέχνη. Όμως, σε καιρούς που η τέχνη, πλην μερικών μεγάλων ονομάτων, δεν κινείται αγοραστικά, το ισοζύγιο (μεγάλη προσφορά-μικρή ζήτηση) γίνεται ακόμη πιο προβληματικό. Επίσης, μέτρα όπως η απομάκρυνση ή μείωση των καλλιτεχνικών μαθημάτων από βαθμίδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχει ζημιώσει έναν μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών από την δουλειά του δασκάλου που ανέκαθεν λειτουργούσε ως παράλληλη ή κύρια εργασία. (Ας σημειωθεί ότι είναι τεράστιος ο βαθμός της ετεροαπασχόλησης στους καλλιτέχνες.)

Τα επιδόματα αποτελούν πρόσκαιρες λύσεις από τις οποίες μάλιστα μπορεί να ωφεληθούν και «καλλιτέχνες» χωρίς ενεργή παρουσία και έργο. Ταυτόχρονα, η επί 24 έτη μη εφαρμογή της διάθεσης του 1% της δαπάνης δημόσιων κτιρίων για την δημιουργία και τοποθέτηση καλλιτεχνικών έργων που ανέφερε η Εύα Μελά είναι παράδειγμα μη υλοποιήσιμων μέτρων που ενδεχομένως, μαζί με άλλες αλλαγές, θα λειτουργούσαν ως τονωτικές «ενέσεις» στο χώρο.

Οι αλλαγές και οι προσαρμογές νοοτροπιών παίρνουν καιρό αλλά κάποια ζητήματα όπως η ανώτατη εκπαίδευση στον τομέα των τεχνών και η διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων είναι στοιχειώδη και οφείλουν να ρυθμιστούν σταδιακά και μελετημένα. Η συσπείρωση μέσα από ενέργειες όπως η διημερίδα, δίνει μέσα από τους υπάρχοντες συλλογικούς φορείς φωνή στους καλλιτέχνες και στα δικαιώματά τους, τα οποία βέβαια είναι δίχως άλλο σύστοιχα με υποχρεώσεις.

Η ημερίδα Η καλλιτεχνική εργασία στην Ελλάδα: καθεστώς, πολιτικές, προοπτικές έλαβε χώρα διαδικτυακά στις 26 και 27 Φεβρουαρίου 2021.