Jeff Koons. Rabbit, 1986 (Πουλήθηκε για $91 εκατ. από τους Christies το 2019) © Jeff Koons, Christies

Πόσο πουλάει η σύγχρονη γλυπτική;

Οι πωλήσεις τρισδιάστατων έργων σύγχρονης τέχνης αποτελούν μικρό ποσοστό στην παγκόσμια αγορά και ακόμα μικρότερο στην Ελλάδα

Σύμφωνα με την πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα του Artprice «20 years of Contemporary Art auction history», με στατιστικά των δημοπρασιών σύγχρονης τέχνης για την τελευταία εικοσαετία, οι πωλήσεις γλυπτών σε δημοπρασίες αποτελούν το 16% της παγκόσμιας αγοράς, ενώ αντιστοιχούν μόλις στο 10% των συναλλαγών. Η ζωγραφική έχει τη μερίδα του λέοντος, με 65%, και παραμένει η δημοφιλέστερη κατηγορία στις προτιμήσεις των αγοραστών. Παρ’ όλα αυτά, ο συνολικός τζίρος πωλήσεων έργων γλυπτικής στις δημοπρασίες παρουσίασε άνοδο 1.485% από το 2.000 έως σήμερα. Σε μεγάλο βαθμό, η εκτίναξη αυτή οφείλεται στις τιμές-ρεκόρ που πέτυχαν καλλιτέχνες σταρ, όπως οι Jeff Koons, Kaws, Damien Hirst, Antony Gormley, Martin Kippenberger, Thomas Schütte, Maurizio Cattelan, αλλά και οι Takashi Murakami και Yoshitomo Nara. Η αγορά της σύγχρονης γλυπτικής ανέδειξε δυνατά και συχνά αμφιλεγόμενα ή προκλητικά έργα, που ανέβασαν την αξία τους στο χρηματιστήριο της τέχνης προκαλώντας προβληματισμό. Στην πρωτογενή αγορά, τα τρισδιάστατα έργα έχουν μία ανερχόμενη δυναμική, αλλά υπολείπονται και πάλι σε όγκο πωλήσεων από τη ζωγραφική. Αποτελούν, παρ’ όλα αυτά, ένα σημαντικό κομμάτι στις προτιμήσεις των αγοραστών και απαραίτητο συμπλήρωμα στις συλλογές σύγχρονης τέχνης. Είτε πρόκειται για έργα διάσημων δημιουργών, όπως ο Anish Kapoor, είτε για έργα ανερχόμενων ή νέων καλλιτεχνών, είναι περισσότερο από ποτέ παρόντα στις εκθέσεις των γκαλερί, στα διεθνή μουσεία και στις μεγάλες διοργανώσεις. Συχνά το κόστος αγοράς ενός γλυπτού, ειδικά όταν είναι μεγάλο, είναι πολλαπλάσιο από ένα δισδιάστατο έργο. Αυτό, σε συνδυασμό με τη διαθεσιμότητα χώρου για τη φιλοξενία ή και τη μεταφορά και την αποθήκευσή του, κάνει λιγότερο πιθανή την απόκτησή του από έναν φιλότεχνο. Βέβαια, στη διεθνή αγορά, μεγάλοι συλλέκτες, μουσεία και κέντρα τέχνης διαθέτουν πόρους και χώρους, εμπλουτίζοντας αρκετά συχνά με τέτοια έργα τις συλλογές τους. Ας μην ξεχνάμε βέβαια και την αγορά γλυπτών σε πολλαπλά αντίτυπα, που είναι πιο προσιτά και δημοφιλή. Παράλληλα, αρκετές χώρες και φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν παράδοση ή νέες πολιτικές για έργα δημόσιας τέχνης, γεγονός που ενισχύει την αγορά και κινητοποιεί τους δημιουργούς.

Στην ελληνική αγορά, παρά το ότι παραμένει αχαρτογράφητη από πλευράς στατιστικών στοιχείων, είναι κοινά αποδεκτό ότι η γλυπτική αποτελεί σχετικά μικρό τμήμα του συνολικού τζίρου. Με βάση έρευνα που είχε διεξαχθεί το 2011 στους επισκέπτες της Art Athina, η γλυπτική ενδιέφερε το 40,6% των επισκεπτών, ενώ οι εν δυνάμει αγοραστές δήλωναν ότι την προτιμούσαν για αγορά σε ποσοστό 21,4%. Όπως και στην παγκόσμια αγορά, τα τρισδιάστατα έργα έχουν μικρότερη ζήτηση λόγω κόστους και συνήθως ανάγκης για μεγαλύτερους χώρους. Η έλλειψη μουσείων και θεσμών με αγοραστική δυνατότητα για μεγάλα γλυπτά, καθώς και η έλλειψη αγοραστικής στρατηγικής από την τοπική αυτοδιοίκηση ή το κράτος για δημόσια γλυπτά, καθιστά το είδος αυτό της τέχνης σχεδόν αζήτητο. Πολύ συχνά, τα μεγάλου μεγέθους τρισδιάστατα έργα αποτελούν δωρεές των καλλιτεχνών σε μουσεία και δημόσιους φορείς. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρείται αύξηση των εκθέσεων με έργα γλυπτικής και διαφαίνεται εντονότερο το ενδιαφέρον των φιλότεχνων και πιθανών αγοραστών. Πάντως, δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε πώς αυτό αντικατοπτρίζεται στις εγχώριες πωλήσεις, αλλά η μεγαλύτερη προσφορά πιθανόν να συμπαρασύρει τη ζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι και στην Ελλάδα τα δισδιάστατα έργα αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα στις πωλήσεις, με μικρές εξαιρέσεις γλυπτικών έργων παλαιότερων καλλιτεχνών εγνωσμένης αξίας ή νεότερων δυναμικά ανερχόμενων. Στην εικόνα αυτή των εγχώριων πωλήσεων τρισδιάστατων έργων οφείλουμε να προσθέσουμε και τις δημιουργίες σημαντικών ξένων καλλιτεχνών που εκπροσωπούνται από γκαλερί στην Ελλάδα. Επίσης, εκτιμάται ότι η αγορά των γλυπτών μερικές φορές ενισχύεται από εταιρικές συλλογές για τοποθέτηση σε κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία ή ιδιωτικούς υπαίθριους χώρους. Με δεδομένη την πρόσφατη άνθηση του real estate στη χώρα μας και τις φιλόδοξες αναπλάσεις ιδιωτικών και δημόσιων εκτάσεων με νέα κτίρια κατοικιών ή εμπορικής χρήσης, υπάρχει η εκτίμηση ότι θα προκύψουν αγορές και παραγγελίες γλυπτών σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Τέλος, οφείλουμε να αναφερθούμε στον επί χρόνια ανεφάρμοστο(!) Νόμο 2557/97, του 1997, που προβλέπει τη διάθεση του 1% της συμβατικής δαπάνης δημόσιων κτιρίων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου, για τη δημιουργία ή την αγορά και την τοποθέτηση εικαστικών έργων. Το 2001 εκδόθηκε σχετική υπουργική απόφαση για την υλοποίησή του, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, παρά και τις συνεχείς σχετικές πρωτοβουλίες του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών της Ελλάδος. Σε σχετική ερώτηση στη Βουλή τον Δεκέμβριο του 2020, η Υπουργός Πολιτισμού κα Λίνα Μενδώνη απάντησε: «…Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα καλλιτεχνικού σχεδιασμού και εμπλουτισμού των δημοσίων κτιρίων και παράλληλα της ενίσχυσης των καλλιτεχνικής δημιουργίας επαγγελματιών του χώρου του πολιτισμού, λόγω και των συνεπειών της πανδημίας του Covid-19, προετοιμάζει σχέδιο κοινής υπουργικής απόφασης προς τα συναρμόδια και Υπουργεία, με σκοπό την εφαρμογή του προγράμματος “1% για την Τέχνη” και την αισθητική ανανέωση αστικών περιοχών και δημοσίων χώρων».

Οι σχετικές πρωτοβουλίες αναμένονται με ενδιαφέρον, καθώς θα αποτελέσουν τομή στην ενίσχυση της αγοράς της τέχνης και σε μεγάλο βαθμό της γλυπτικής.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 3 της Art Newspaper Greece (Οκτώβριος 2021)

 

TAGS