Άποψη του Armory Show 2020 Φωτογραφία: Teddy Wolff ©Armory Show

Πώς επηρεάζει την αγορά της τέχνης η νέα διεθνής νομοθεσία για το ξέπλυμα χρήματος

Οι πρόσφατοι κανονισμοί κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δυσκολεύουν προσωρινά τις συναλλαγές για εμπόρους και συλλέκτες, αλλά θα ωφελήσουν μακροπρόθεσμα το σύνολο της αγοράς.

Οι φιλότεχνοι και οι συλλέκτες δεν αντιμετωπίζουν τα έργα τέχνης απλώς ως εμπορεύσιμα αγαθά. Συχνά, όμως, η τέχνη είναι όχημα για διακίνηση παράνομων εσόδων από ιδιώτες και εικονικές εταιρείες που επιδιώκουν να κρύψουν και να ξεπλύνουν βρόμικο χρήμα. Είναι κοινό μυστικό ότι η αγορά της τέχνης, των καλλιτεχνικών αντικειμένων και των αντικών αποτελεί εργαλείο φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης ύποπτου χρήματος. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο του 2020, μια εξεταστική επιτροπή στις ΗΠΑ δημοσίευσε μια αναφορά που υποστήριζε ότι, λόγω της αδιαφάνειας στην αγορά τέχνης της χώρας, δόθηκε η δυνατότητα σε Ρώσους ολιγάρχες (που συνδέονταν με τον πρόεδρο Πούτιν) να αποκτήσουν έργα αξίας άνω των 18 εκατομμυρίων δολαρίων, αποφεύγοντας τις κυρώσεις για οικονομική διαφθορά στη Ρωσία. Τον Σεπτέμβριο του 2020 διέρρευσαν 2.500 έγγραφα από το Δίκτυο Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων (FinCEN), με καταγγελίες για ύποπτες συναλλαγές περίπου 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μέσω των κορυφαίων διεθνών τραπεζών. Μέρος των συναλλαγών αυτών συνδέθηκε με αγορές και πωλήσεις αρχαιοτήτων και τεχνουργημάτων μέσω διεθνών οίκων δημοπρασιών, αποκαλύπτοντας ένα παγκόσμιο δίκτυο εταιρειών και ιδιωτών που διακινούσαν αντίκες και έργα τέχνης αμφιβόλου προελεύσεως, με αδιαφανείς διαδικασίες και με ύποπτους πόρους. Οι αποκαλύψεις αυτές πιθανόν να επιτάχυναν μερικώς την αυστηρότερη εφαρμογή κανονισμών και την καθιέρωση νέας νομοθεσίας για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος (anti-money laundering legislation «AML») στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι κυβερνήσεις επιχειρούν με νέους μηχανισμούς και κανόνες να αντιμετωπίσουν την πολυπλοκότητα των συναλλαγών στην τέχνη, ειδικά λόγω της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Από τον Ιανουάριο του 2021, στις ΗΠΑ, αυστηροποιήθηκαν οι κανόνες για τους εμπόρους τέχνης και τους αρχαιοπώλες, κάνοντας δύσκολο στον αγοραστή να κρατήσει κρυφή την ταυτότητά του και την προέλευση των χρημάτων του. Οι έμποροι οφείλουν να ταυτοποιούν τον τελικό ιδιοκτήτη, να κρατούν αρχεία προέλευσης των αντικειμένων που μεταπωλούν, να διατηρούν αρχεία για όλες τις συναλλαγές και να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους σε πρακτικές συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Επιπλέον υποχρεούνται να δηλώνουν στις Αρχές οποιαδήποτε συναλλαγή με μετρητά υπερβαίνει τα 10.000 δολάρια. Η επεξεργασία της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας κατά της νομιμοποίσης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είχε προηγηθεί, αλλά η νομοθεσία εφαρμόστηκε καθολικά το 2020.

Stephen Friedman Gallery, Frieze Week 2020 Φωτογραφία: Linda Nylind. Παραχώρηση Linda Nylind/Frieze

Οι Κοινοτικές Οδηγίες επιβάλλουν κανόνες διαφάνειας στις αγορές έργων για τους συλλέκτες και τους εμπόρους που διαμένουν ή συναλλάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ντιρεκτίβες αυτές, βέβαια, δεν έχουν πλήρως ενσωματωθεί ακόμα σε όλες τις εθνικές νομοθεσίες των χωρών της Ευρώπης και αφήνουν περιθώρια για τοπικές προσαρμογές και εξειδικεύσεις στις διαδικασίες. Η Μεγάλη Βρετανία, λίγο πριν από το Brexit, έθεσε σε εφαρμογή νομοθεσία με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σύμφωνα με την οποία όλοι οι συναλλασσόμενοι στην αγορά της τέχνης όφειλαν να εγγραφούν σε ειδικό μητρώο πριν από τις 10 Ιουνίου 2021, εφόσον έχουν κάνει συναλλαγές άνω των 10.000 ευρώ.

Έτσι, γκαλερί, ντίλερ, οίκοι δημοπρασιών, σύμβουλοι, μεσάζοντες και καλλιτέχνες στο Ηνωμένο Βασίλειο, που είναι εγγεγραμμένοι, πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένες διαδικασίες ταυτοποίησης αγοραστών ή πωλητών, να διατηρούν αρχεία συναλλαγών και να αναφέρουν όποια από αυτές θεωρούν ύποπτη. Ακόμα και οι συλλέκτες που θέλουν να πωλήσουν έργα αξίας άνω των 10.000 ευρώ εμπίπτουν σε αυτούς τους αυστηρούς κανόνες. Οι αγοραστές, ανεξαρτήτως ποσού, οφείλουν απλώς να παρέχουν στον πωλητή τις απαραίτητες πληροφορίες ταυτοποίησης και τα νομιμοποιητικά έγγραφα που απαιτούνται κατά περίπτωση. Η Μεγάλη Βρετανία, λόγω του μεγέθους των πωλήσεων έργων, αλλά και άλλων διεθνών οικονομικών συναλλαγών, θεωρείται από τους ειδικούς στο πεδίο διακίνησης και ξεπλύματος μαύρου χρήματος, καθώς μέχρι σήμερα οι κανονισμοί ήταν σχετικά χαλαροί.

Το διεθνές πλέγμα της νομοθεσίας καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πιθανόν να επηρεάσει προσωρινά την ταχύτητα της διακίνησης των έργων τέχνης. Στόχος είναι να υπάρξει περισσότερη διαφάνεια και, παρά τη γραφειοκρατία που επιβάλλεται, μακροπρόθεσμα η αγορά θα ωφεληθεί: κερδοσκόποι και μαύρο χρήμα θα περιοριστούν φέρνοντας μία ισορροπία στις τιμές, απομακρύνοντας τις εξωφρενικές τιμές που αρκετές φορές δημιουργούσαν πλαστά δεδομένα για τις πωλήσεις. Η πρόσφατη μόδα των NFTs οδήγησε πολλούς στο να πιστέψουν ότι η αγορά ολισθαίνει σε πλέον αδιαφανείς διαδικασίες, με τα κρυπτονομίσματα και γκρίζες ζώνες που είναι ακόμα πιο δύσκολο να ελεγχθούν.

Οι μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών και αρκετοί έμποροι ήταν αντίθετοι στην αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου, και μάλιστα αγωνίστηκαν σθεναρά εναντίον της. Σύμφωνα με τους «New York Times», από το 2019, οι Christie’s, οι Sotheby’s και η Ομοσπονδία Εμπόρων Τέχνης της Αμερικής ξόδεψαν σχεδόν 1 εκατομμύριο δολάρια σε lobbyists, επιχειρώντας την ηπιότερη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου στην αγορά της τέχνης, με το επιχείρημα οτι θα αποθαρρύνει την πελατεία τους και θα έχουν ζημιές. Οι υποστηρικτές της αυστηρής νομοθεσίας αντιτείνουν ότι μόνον έτσι θα εξυγιανθεί η αγορά και με τη συστηματοποίηση των διαδικασιών η ομαλή ροή θα αποκατασταθεί, ενώ παράλληλα θα εκλείψουν οι στρεβλώσεις και οι φούσκες, προς όφελος όλων.

TAGS