Βλάσης Κανιάρης, Bonjour, 1964, Θωρακας με μεταλλικό πλέγμα με γυψόγαζα, κολαρισμένο τζιν, πουκάμισο με μπογιές, κρεμασμένα σε σιδερένια κρεμάστρα, μπουκέτο με χάρτινα τριαντάφυλλα (λεπτομέρεια) 82 Χ 85 Χ 31 εκ, ιδιωτική συλλογή. ΦΩΤΟ: Μπόρις Κιρπότιν

Ντένης Ζαχαρόπουλος: «Η πολιτική διάσταση του έργου του Βλάση Κανιάρη είναι σύμφυτη με τη διεκδίκηση ενός ελεύθερου, ολοκληρωμένου ηθικά και ποιητικά ανθρώπου»

Ο ιστορικός τέχνης Ντἐνης Ζαχαρόπουλος, ο οποίος έχει βαθιά γνώση του έργου του Βλάση Κανιάρη, γράφει για αυτό στα πλαίσια του αφιερώματός μας στον γνωστό εικαστικό.

«Η ζωή, η παιδεία και το έργο του Βλάση Κανιάρη σφραγίζονται από τις συνεχείς ανατροπές εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, εκτοπισμού και μετανάστευσης, εντοπιότητας και διασποράς που χαρακτηρίζουν την ελληνική και ευρωπαϊκή κοινωνία από τα χρόνια του 30 μέχρι τη σημερινή κρίση με την οποία θα σβήσει η ζωή του, το 2011. Όπως οι ακέραιοι πνευματικοί άνθρωποι, ο Κανιάρης δεν εκφράζει καμιά ηγεμονική ιδεολογία, αλλά μετατίθεται συνεχώς κριτικά σ’ ένα ευρύ τόξο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που διαπραγματεύεται κάθε μια το δίκιο και την ελευθερία της. Πρωταρχικό μέλημα του είναι όμως, ο τρόπος που επεξεργάζεται τις μορφές, τις χειρονομίες, τις μεταθέσεις της σημασίας ως πρωτότυπη γραφή που δικαιώνει το λόγο ύπαρξης ενός εικαστικού έργου.  Καταθέτει έτσι, μια ατελείωτη γκάμα από υλικές ποιότητες, μια καινούργια στάση απέναντι στη κατασκευαστική χειρονομία, την ποιητική του τυχαίου και του ατυχήματος, το βιωμένο γεγονός και την ανάμνηση, πέρα από την εικόνα και το αντικείμενο.

Το 1959, στη Ρώμη, η σειρά «Φόρος τιμής στους τοίχους της Αθήνας» σφραγίζει διεθνώς το πέρασμα από το τελάρο στον τοίχο. Το 1969, στην Αθήνα, «τα κόκκινα γαρύφαλλα στο γύψο» καταγγέλλουν τη δικτατορία και δίνουν στο χέρι μια αναπάντεχη ποιητική της αντίστασης. Κερδίζει έτσι μια πολιτική αίγλη που έχει να δει η τέχνη από τον καιρό της Γκερνίκα. Το 1972, στο Βερολίνο, ξεκινά τους «Gastarbeitεr/ Fremdarbeiter», εγκαταστάσεις, περιβάλλοντα και δράσεις με τους οικονομικούς μετανάστες, αναπτύσσοντας δυναμικά τον εικαστικό χώρο και αναμορφώνει την υπόσταση ενός διπλά αλλοτριωμένου κοινωνικού σώματος, αποξενωμένο από τον τόπο προέλευσής του και αποπροσανατολισμό στον τόπο προορισμού του.

Μετά τα αντικείμενα προς κατανάλωση και τα σκουπίδια, ο Κανιάρης βλέπει να προστίθενται απροκάλυπτα άνθρωποι προς κατανάλωση και προς ανάλωση προκειμένου να επιτευχθεί η υλική αφθονία σε βάρος της ακεραιότητας του ανθρώπου. Η πολιτική διάσταση του έργου του είναι σύμφυτη με τη διεκδίκηση ενός ελεύθερου, ολοκληρωμένου ηθικά και ποιητικά ανθρώπου σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου η ζωή και η επιβίωση δίνουν το μέτρο τόσο του συναισθήματος και της συγκίνησης, όσο και της αξιοπρέπειας και της επινοητικότητας.

Ο Κανιάρης ως το τέλος διεκδικεί αυτό που δε μπορεί να συρρικνωθεί στα μέτρα ενός γούστου ή ενός ιδεολογήματος, θυμίζοντας μας πως ότι ανήκει ποιητικά στη γλώσσα κανείς δεν μπορεί να το οικειοποιηθεί, γιατί παραμένει κοινός τόπος και συνείδηση της ιστορίας που η τέχνη αποκαλύπτει άμεσα και καθαρά.»

TAGS